Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης (Ν. Καρούζος)

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

Αστοχία Υλικού








Αστοχία υλικού, Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, Μυθιστόρημα, σελ. 220, εκδ. Μεταίχμιο, Απρίλιος 2010


Μπορεί να πλήρωσε ακριβό τίμημα, αλλά τώρα τα έχει σχεδόν όλα στη ζωή του: σταθερή θέση σε εταιρεία μεταλλαγμένων ειδών, ιδιόκτητη μονοκατοικία σε προάστιο των Αθηνών και αρκετό ελεύθερο χρόνο για να φροντίζει τον κήπο του.
Αλλά αν είναι έτσι, τότε γιατί έχει πάρει τους δρόμους σαν χαμένος και πού εξαφανίστηκε η γυναίκα του από το βράδυ; Για ποιο λόγο στρέφεται εναντίον του η υπηρεσία έρευνας και ποιοι είναι αυτοί που εξυφαίνουν ύπουλα σχέδια σε βάρος του;
Προσπαθεί να αντιληφθεί τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά έχει ένα βαθύ κενό μνήμης, όσο περίπου κι η περασμένη νύχτα. Ψάχνει για απαντήσεις ανάμεσα σε σκόρπιες αναμνήσεις και πιάνει το μίτο της αφήγησης εκεί από όπου τον έχασε στην αληθινή ζωή του.
Το ερώτημα είναι γιατί τον έχασε και αν, τελικά, θα μπορέσει να τον ξαναβρεί.

Β Ι Β Λ Ι Ο Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Η
Τα μεταλλαγμένα και οι μεταλλαγμένοι

Αχ, αυτές οι πρώτες σελίδες! Είναι το μεγάλο βάσανο του συγγραφέα, με συχνό αποτέλεσμα να γίνονται βάσανο και για τον αναγνώστη.Το άγχος και η ανασφάλεια της αρχής σπρώχνουν πολλούς συγγραφείς να λένε και να κάνουν περισσότερα απ΄ όσα μπορεί να σηκώσει ο οποιοσδήποτε αναγνώστης, να προσπαθούν να πείσουν αμέσως για το περίτεχνο του σχεδίου και την απαιτητικότητα της γραφής τους. Γι' αυτό αρκετοί έμπειροι μυθιστοριογράφοι αφήνουν την αρχή για το... τέλος της συγγραφής.Το Αστοχία υλικού,δεύτερο μυθιστόρημα και τέταρτο πεζογραφικό βιβλίο του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, είναι καλύτερο απ' ό,τι δείχνουν τα πρώτα κεφάλαια, ιδίως το εναρκτήριο. Ο σαραντάχρονος φιλόλογος από τα Γιαννιτσά, καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση, συσσώρευσε εκεί πολλές «λογοτεχνικούρες», που προκαλούν άσκοπη σύγχυση και μάλλον εκνευρίζουν τον αναγνώστη, για να προχωρήσει σιγά σιγά με αυξανόμενη σιγουριά και να μπει για τα καλά στο θέμα του γύρω στα μισά του μυθιστορήματος, ομολογουμένως με σημαντική καθυστέρηση. Αλλά το θέμα αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον και η ανάπτυξή του από τον συγγραφέα, όταν επιτέλους πάρει μπρος, γίνεται με διαρκώς εντεινόμενο ρυθμό.Ο Θάνος, ο ήρωας του μυθιστορήματος, φτάνει ένα πρωί στη δουλειά του έχοντας ένα μεγάλο κενό στη μνήμη του: δεν μπορεί να θυμηθεί καθόλου τι έκανε από το προηγούμενο βράδυ ώς τη στιγμή που βρέθηκε να βαδίζει, αντί να οδηγεί, προς το γραφείο του. Μαζί του κουβαλάει μια σακούλα κεράσια για τον προϊστάμενό του, κομμένα από τη γενετικά τροποποιημένη κερασιά του κήπου του. Ο Θάνος, ο οποίος έχει σπουδάσει φιλολογία, εργάζεται ως επιμελητής κειμένων σε μια πολυεθνική εταιρία που προωθεί στην αγορά μεταλλαγμένα προϊόντα. Η κερασιά του προέρχεται από τα φυτώρια της εταιρίας.Στη διάρκεια της μέρας ο Θάνος διακρίνει, ή του φαίνεται πως διακρίνει, σημάδια παράξενης συμπεριφοράς των συναδέλφων του απέναντί του και προπαντός απορεί ολοένα περισσότερο που δεν βλέπει τη γυναίκα του στο γραφείο της. Γιατί η γυναίκα του, η Ελπίδα, εργάζεται στην ίδια εταιρία ως μεταφράστρια. Αλλά επειδή η διεύθυνση, πλάι σε άλλους περιορισμούς, απαγορεύει τις πολύ στενές σχέσεις ανάμεσα στους υπαλλήλους, κρατούν τον γάμο τους κρυφό. Είναι παντρεμένοι εδώ και εννιά χρόνια, δεν μπορούν να κάνουν παιδί και στη σχέση τους γίνεται όλο και πιο ορατή μια δυσαρμονία, που τον τελευταίο καιρό αγγίζει τα όρια της ανοιχτής σύγκρουσης: η Ελπίδα αποδοκιμάζει τον καριερισμό του Θάνου και την ευθυγράμμισή του με την προπαγάνδα της εταιρίας για τα μεταλλαγμένα, αυτός την κατηγορεί για επιπολαιότητα, νωθρότητα και μεμψιμοιρία. Η κερασιά στον κήπο, με τα ωραία, αλλά πλαστικά, άγευστα κεράσια της, γίνεται σύμβολο μιας γενικής στειρότητας: της ατεκνίας του ζευγαριού, του μαρασμού του γάμου του, της κενοδοξίας του Θάνου, του γυαλιστερού, αλλά αποστειρωμένου, βαλσαμωμένου κόσμου της εταιρίας και των προγραμμάτων της. Απελπισμένη η Ελπίδα, ανοίγει δικό της μπλογκ στο Διαδίκτυο, για να εκφράζει εκεί τις μύχιες σκέψεις και τα συναισθήματά της.Από το σημείο αυτό το μυθιστόρημα απογειώνεται. Φτάνει στην πρώτη κορύφωσή του όταν ο Θάνος ανακτά τη μνήμη των πρόσφατων γεγονότων της ζωής του μέσα από το σοκ μιας τρομερής αποκάλυψης, που ο αναγνώστης μπορεί να την έχει μαντέψει στο μεταξύ, αλλά που, όπως θα δούμε λίγο αργότερα, στη δεύτερη και σημαντικότερη κορύφωση, δεν αφορά τελικά παρά μια παράπλευρη απώλεια στη λειτουργία ενός στυγνού μηχανισμού εξουσίας. Ο Θάνος θα υπηρετήσει πιστά αυτόν τον μηχανισμό ώς και πέρα από το τέλος του μυθιστορήματος, αφού ανταμειφθεί με την εκπλήρωση των φιλοδοξιών του και διάφορα συναφή προνόμια. Γιατί ο κεντρικός στόχος του Αστοχία υλικού δεν είναι τόσο τα μεταλλαγμένα (εδώ θα μπορούσε να πει κανείς ότι η κριτική που ασκεί ο συγγραφέας είναι κάπως ρηχή) όσο οι πολύπλοκες, εξαιρετικά διαφοροποιημένες, αλλά τέλεια συντονισμένες μέθοδοι ελέγχου και χειραγώγησης των ανθρώπινων υποκειμένων σ' ένα ιεραρχημένο σύνολο με τη δομή μιας σύγχρονης μεγάλης επιχείρησης, όπου η απόδοση και η επιτυχία μετριούνται μόνο με νούμερα και η ατομική ζωή, όχι μόνον η επαγγελματική αλλά και η ιδιωτική, οφείλει να εναρμονίζεται με το πνεύμα της εταιρίας. Ο Θάνος, σε αντίθεση με την Ελπίδα, προσαρμόζεται χωρίς αντιστάσεις σ΄ αυτό το σύστημα και μάλιστα η ψυχική προϊστορία του τού έχει δώσει τα εφόδια για να γίνει αποτελεσματικό όργανό του: η καταισχύνη για την αποτυχία του σ' ένα παιδικό παιχνίδι εντυπωσιασμού (το σκαρφάλωμα σ' ένα απότομο ύψωμα), οι ενοχές για τον θάνατο της πρώτης αρραβωνιαστικιάς του από δική του αμέλεια τον έχουν σημαδέψει και ο Θάνος έχει ξεπεράσει αυτά τα τραύματα από τη μια καλλιεργώντας μια επιλεκτική μνήμη (ή επιλεκτική αμνησία), από την άλλη με μια ψυχαναγκαστική προ σήλωση στη δουλειά και την επαγγελματική αναρρίχησή του. Πέρα από τις «αστοχίες υλικού» στην αρχή, για τις οποίες έκανα ήδη λόγο, το μυθιστόρημα του Χατζημωυσιάδη θα κέρδιζε πολλά, ακόμα και στο καλό δεύτερο μισό του, αν ο συγγραφέας είχε αποφύγει τις σποραδικές, ανούσιες φιλολογικές φλυαρίες (ένα χοντρό παράδειγμα είναι ολόκληρη η σελίδα 168) και αν είχε χειριστεί με πειστικότερο τρόπο την επαναφορά της πρόσφατης μνήμης του Θάνου. Αλλά η κύρια ένστασή μου αφορά την αφήγηση σε δεύτερο πρόσωπο: αφηγητής είναι ο Θάνος και απευθύνεται, τυπικά, στην απούσα Ελπίδα. Το δεύτερο πρόσωπο είναι προβληματική επιλογή στη σύγχρονη λογοτεχνία. Κατάγεται από το επιστολικό μυθιστόρημα, έχει όμως μετεξελιχτεί σε μια τεχνική της «εις εαυτόν» αφήγησης. Σ΄ αυτή τη μορφή, το δεύτερο πρόσωπο είναι ουσιαστικά το πρώτο, αλλά υποτίθεται ότι ο αφηγητής αποστασιοποιείται έτσι από τον εαυτό του, προκειμένου να μιλήσει για δεδομένα της εξωτερικής κι εσωτερικής ζωής του που τα νιώθει ή θα ήθελε να τα νιώθει σαν ξένα. Δύσκολα μπορούμε όμως να φανταστούμε έναν διχασμένο εαυτό που ωστόσο παραμένει αδιάσπαστος, αφού τα δύο μέρη συνομιλούν σε τόσο οικείο επίπεδο και σε τόσο ομαλή γλώσσα. Επιπρόσθετα, το δεύτερο πρόσωπο είναι εντελώς ακατάλληλο για την προώθηση της εξωτερικής δράσης ενός μυθιστορήματος και βεβαιώνεται κανείς γι΄ αυτό διαβάζοντας το βιβλίο του Χατζημωυσιάδη. Αν πάντως παρακάμψουμε όλα αυτά (που δεν είναι βέβαια ασήμαντα), ο Χατζημωυσιάδης κατορθώνει τελικά ν' αναδείξει το θέμα του. Η σταδιακή εξεικόνιση του χαρακτήρα του Θάνου και της σχέσης του με τον περίγυρό του είναι πολύ πετυχημένη. Και η μακρά συζήτησή του με τον προϊστάμενό του μάς προσφέρει τις πιο δυνατές, ίσως, σελίδες του μυθιστορήματος. Κατά ευτυχή συγκυρία, οι σελίδες αυτές είναι από τις τελευταίες, πράγμα που συμβάλλει όχι λίγο στο να κλείσει ο αναγνώστης το βιβλίο με θετική εντύπωση.

Δημοσθένης Κούρτοβικ, ΤΑ ΝΕΑ, 15.06.10


Μια εφιαλτική εικόνα της μικροαστικής

«Απολογητικό υπόμνημα», θα μπορούσε να είναι ο τίτλος αυτού του μυθιστορήματος, αν και η αρχική πρόθεση του συντάκτη του να απολογηθεί στην, κατ’ αρχάς, θεωρούμενη εξαφανισμένη σύζυγο και συνάδελφό του και, μέσω αυτής, στον εαυτό του, ασυναισθήτως μετατρέπεται σε πράξη απολογιστική της ζωής του, από τα παιδικά του χρόνια ως το παρόν της γραφής. «Απολογητικό υπόμνημα», εξάλλου, είναι και ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου∙ απουσιάζουν, ωστόσο, τα στοιχεία εκείνα που θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να τον δικαιολογήσουν: η μεταμέλεια για κάποιες από τις πράξεις, τις παραλήψεις και τις συμπεριφορές του γράφοντος και η συνακόλουθη ενοχή∙ η, έστω εκ των υστέρων, οδυνηρή κατανόηση και παραδοχή, αν μη τι άλλο, ενός μέρους των προσωπικών ευθυνών που, από τα όσα ο ίδιος -απολογούμενος- «αφηγείται», φαίνεται να τον βαραίνουν.
Μεγαλωμένος στην επαρχία, ταπεινής καταγωγής, άλλο μέλημα δεν φαίνεται να έχει, πάρεξ την επαγγελματική του εξέλιξη, την κοινωνική του καταξίωση και, πάνω απ’ όλα, την αναγνώριση των ικανοτήτων του από τους άλλους. Δύο γεγονότα που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση του ψυχισμού του και του χαρακτήρα του (η έκρηξη του Τσέρνομπιλ που συμβαίνει το 1986, αναταράζοντας την αμεριμνησία των παιδικών του χρόνων και, κυρίως, ο οφειλόμενος σε δική του αμέλεια θάνατος του νεανικού του έρωτα, της συγχωριανής του Μαρίας, η οποία σκοτώθηκε εξ αιτίας της πτώσης, σε χαράδρα, ενός δίκυκλου που αυτός οδηγούσε) δεν φαίνεται να τον προβλημάτισαν και να τον δίδαξαν στο απαιτούμενο και αναμενόμενο βάθος. Από το συμβάν του Τσέρνομπιλ στη μνήμη δεν αχνοφέγγει παρά η σωρευτική προμήθεια ειδών διατροφής, το κλειδαμπάρωμα της οικογένειας στο σπίτι, το ραδιενεργό σύννεφο και η τοξική βροχή, ενώ από τον θάνατο της Μαρίας οι μνήμες είναι σαφώς περισσότερες, εντονότερες, κάποτε τραυματικές και διεκδικητικές, διάσπαρτες σε πολλά σημεία του παρελθόντος και του παρόντος του∙ ο τρόπος, ωστόσο, με τον οποίο τις ανακαλεί, προδίδει και μια προσπάθεια να κρατηθεί σε απόσταση ασφαλείας από ό,τι θα μπορούσε να τον εμπλέξει συναισθηματικά, από ό,τι θα μπορούσε να τον καθηλώσει σε δυσάρεστες καταστάσεις, ανασταλτικές της αναρριχητικής κοι-νωνικής του πορείας.
Γνήσιο τέκνο της εποχής του και χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της γενιάς του∙ της χαμένης γενιάς της μεταπολίτευσης (της γενιάς που -κατά την παραδοχή της περισσότερο υποψιασμένης και κοινωνικά-ιδεολογικά προβληματισμένης, «εξαφανισμένης» γυναίκας του- αποδείχτηκε «πιο προδοτικής απ’ όλες. Που νόμισε αλλά δεν πίστεψε. Αντέδρασε αλλά δεν αγωνίστηκε»), απεχθάνεται τις ιδεολογικές συγχύσεις και περιπλοκές. Εγωκεντρικός, ανασφαλής, ματαιόδοξος, μισαλλόδοξος, πειθήνιος και υποτακτικός στους ανωτέρους του, λάτρης των τύπων και της τάξης, έχοντας συστηματικά απεμπολήσει τις όποιες υγιείς καταβολές του από το επαρχιακό περιβάλλον όπου μεγάλωσε, με μνήμη άκρως επιλεκτική, με αναπτυγμένο στο έπακρο έναν επιβιωτικό μηχανισμό εκλογίκευσης, εθελοτυφλώντας μπροστά σε ό,τι θα μπορούσε να διαταράξει την εφησυχασμένη συνείδησή του και να τον εκτροχιάσει από την ανοδική επαγγελματική του πορεία, εξιδανικεύει τα κακώς κείμενα. Έτσι, η μνήμη του Τσέρνομπιλ παρακάμπτεται και δεν στέκεται εμπόδιο στη φιλοδοξία του να αναρριχηθεί σε μια από τις υψηλότερες ιεραρχικά θέσεις της εταιρείας στην οποία εργάζεται∙ μιας από τις μεγαλύτερες εταιρείες της χώρας, με αντικείμενο τη γενετική μηχανική και, πιο συγκεκριμένα, την εκμετάλλευση των βιογενετικών εξελίξεων και την παραγωγή γενετικά τροποποιημένων τροφίμων (χαρακτηριστικό δείγμα η δημιουργία ενός είδους κερασιάς, που τα κεράσια της είναι εντυπωσιακά στην όψη, πλην όμως είναι άνοστα και, το σημαντικότερο, δεν έχουν κουκούτσια∙ είναι στέρφα, προϊόντα καταληκτικά μιας ασυλλόγιστης μεταλλακτικής διαδικασίας και συμβολικά της δίχως βιολογικό-ηθικό έρμα ζωής των εγκλωβισμένων στα γρανάζια αυτής της διαδικασίας προσώπων).
Αλλά η «μεταλλακτική» δραστηριότητα της εταιρείας δεν περιορίζεται στα προϊόντα που παράγει και εκμεταλλεύεται∙ δεν περιορίζεται στο γενετικό υλικό των φυτικών και ζωικών ειδών, θέτοντας σε κίνδυνο την οικολογική ισορροπία. Επεκτείνεται παρεμβατικά και στις ζωές και, κατά κύριο λόγο, στις ψυχές και στις συνειδήσεις των υπαλλήλων της, προκειμένου να τους έχει πειθήνια όργανα στην απρόσκοπτη ευόδωση των, αμετακίνητα, κερδοσκοπικών στόχων της, διατηρώντας κι αυτούς μεταλλαγμένους, «ως εξελιγμένο είδος μιας ψυχικής, ηθικής και πνευματικής διαφοροποίησης». Ώστε, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όχι απλώς να υποτάσσονται αδιαμαρτύρητα στις άκαμπτες κανονιστικές διατάξεις της εργοδοσίας, αλλά και, εκλογικεύοντας τις όποιες αδυναμίες και ανεπάρ-κειές τους, την ηθική τους μειονεξία και τη θρασυδειλία τους, να θεωρούν εαυτούς υποδείγματα επαγγελματικής ευσυνειδησίας και στυλοβάτες της κοινωνικής ευταξίας και να εκλαμβάνουν ως αδυναμία και ανικανότητα την αντίσταση που κάποιοι -ο καθένας στο μέτρο των αναγκών του και των δυνατοτήτων του- τόλμησαν να προβάλουν στους ισοπεδωτικούς μηχανισμούς του κεφαλαίου.
Στην κατηγορία των «υποταγμένων» εντάσσεται και ο «απολογούμενος» στην εξαφανισμένη σύζυγό του και στον εαυτό του ήρωας, ο οποίος δεν θέλει να παραδεχτεί ότι η επαγγελματική -και, κατ’ επέκταση, η κοινωνική- του αναρρίχηση οφείλεται στην, εκ μέρους του, σταδιακή απεμπόληση βασικών ηθικών αρχών και δεδομένων απαραίτητων για την ενεργοποίηση του μηχανισμού της αυτογνωσίας. Ακόμα και τώρα, που, κάτω από την επήρεια ηρεμιστικών φαρμάκων, με χαμένη την αίσθηση του χρόνου (η μία εβδομάδα που, στην πραγματικότητα, έχει διανυθεί από το χρονικό σημείο της «εξαφάνισης» της γυναίκας του -που αποτέλεσε, σε συνδυασμό με την επιβραβευτική της υποτέλειάς του προαγωγή του- το έναυσμα αυτής του της «απο-λογιστικής» απολογίας, γι’ αυτόν έχει συρρικνωθεί σε μία νύχτα) γράφει με πρόθεση να καταθέσει την αλήθεια της ζωής του, να ρίξει φως στις σημαντικότερες περιόδους της, δεν είναι απελευθερωμένος από την τάση, που έχει γίνει δεύτερη φύση του: να αισθάνεται δικαιωμένος στα μάτια των άλλων και, ιδίως, των πάνω απ’ αυτόν ιστάμενων στο στενότερο επαγγελματικό και στο ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον. Ό,τι, πρωτίστως, ακόμα και τώρα, φαίνεται ότι τον ενδιαφέρει, είναι η αναρρίχησή του στα ανώτερα ιεραρχικά στρώματα της εταιρείας και το κράτημα μιας απόστασης ασφαλείας από γεγονότα και καταστάσεις που θα μπορούσαν να αφυπνίσουν τη συνείδησή του και να μετριάσουν τη χαρά του για τη μόλις πριν από λίγο τοποθέτησή του στη θέση του διευθυντή του τμήματος της εταιρείας στην οποία εργάζεται. Από μνήμες που θα μπορούσαν να αμαυρώσουν τη στιγμή του προσωπικού του θριάμβου, του βασισμένου στην ψευδαίσθηση ότι, επιτέλους, ανταμείφθηκε για την ψοφοδεή στάση και υποταγή του στη βούληση και στις επιταγές των ισχυρών, περνώντας από την κατηγορία των αδύναμων και δίχως δικό τους πρόσωπο ανθρώπων στην κατηγορία αυτών που περιβάλλονται από την ισχύ ενός ατομικού «εγώ»∙ από την κατηγορία των κατά σύμβαση αρσενικών, στην κατηγορία των πραγματικών ανδρών.
Ακόμα και τώρα, τη στιγμή της κορύφωσης της πραγ-ματικής ή, έστω, νομιζόμενης υπαρξιακής του κρίσης, που, κανονικά, θα έπρεπε όλα να τίθενται εν αμφιβόλω, ο συντάκτης του απολογητικού υπομνήματος -και ήρωας του περί ου ο λόγος μυθιστορήματος- υπεκφεύγει∙ αρνείται να αντιμετωπίσει την αλήθεια κατά πρόσωπο, εξωραΐζοντας και εξιδανικεύοντας γεγονότα, ρόλους και καταστάσεις. Στον περιορισμό της θέας του προς την αλήθεια, τον βοηθούν και τα ηρεμιστικά φάρμακα που του χορηγήθηκαν για να αντιμετωπίσει κάτι που δεν είναι σε θέση να θυμηθεί και να αξιολογήσει, οπότε ανακαλεί και ανασκευάζει περιστατικά της ζωής του με ανεσταλμένες τις νοητικές του δυνατότητες, με την κρίση και τη βούλησή του «σε κατάσταση ελεγχόμενης και μηχανικής υπολειτουργίας», κρατώντας πάντα τις απαραίτητες αποστάσεις ασφαλείας από την εξωτερική και την εσωτερική πραγματικότητα. Αυτήν ακριβώς την ψυχική και πνευματική μετάλλαξη ενός ανθρώπου που επιλέγει τον δρόμο της δικαίωσης στα μάτια των άλλων από τον επίφοβο, επίβουλο και κακοτράχαλο δρόμο της δικαίωσης στα δικά του μάτια, ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης την καταγράφει, τη σκηνογραφεί και τη σκηνοθετεί, κινούμενος με χαρακτηριστική άνεση ανάμεσα στην ψυχογραφία και την ηθογραφία, τον ρεαλισμό και την αλληγορία. Η συχνά παρατηρούμενη υπέρβαση κάποιων περιγραφικών ορίων, οι πλατειασμοί, οι κάποτε περιττές επαναλήψεις, εν τη ρύμη της μνήμης, σκηνών του παρελθόντος, οι, σαν από υπερβάλλοντα ζήλο, εμμονές του να πολιορκήσει από παντού το, εν τέλει, αυτονόητο, μπορεί να μειώνουν, σε καμία περίπτωση, ωστόσο, δεν αναιρούν το απο-τέλεσμα του εγχειρήματός του. Το κυριότερο, ακόμα κι όταν περισπούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη, δεν παύουν να τον κρατούν σε αναγνωστική εγρήγορση.
Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Κυριακάτικη Αυγή, 19.06.


Άνθρωποι εν μεταλλάξει

Πριν από σαράντα χρόνια, Ιούλιο 1970, είχαν εκδοθεί τα «Δεκαοχτώ κείμενα». Ο Μανόλης Αναγνωστάκης συμμετείχε με την ενότητα «Ο Στόχος», που αποτελείται από 16 ποιήματα. Οπως γράφει ο Αλέξανδρος Αργυρίου, δύο από αυτά και το «Ημερολόγιο της Δικτατορίας», που είχε δώσει ο Νίκος Κάσδαγλης, εκτιμήθηκε από τον νομικό σύμβουλο της ομάδας, τον Αναστάσιο Πεπονή, ότι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κατάσχεση της έκδοσης και αφαιρέθηκαν. Το ποίημα του Αναγνωστάκη «Μέρες του 1969 μ.Χ.» είναι το τέταρτο στη σειρά από τα 14 τελικώς δημοσιευθέντα σε εκείνη την έκδοση. Μας το θυμίζει ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης στο καινούριο βιβλίο του, όπου συντάσσει ένα ποίημα στο πρότυπό του, υπό τον τίτλο «Μέρες του 2008 μ.Χ». Το ποίημα του Αναγνωστάκη στοχεύει την Ελλάδα των συναλλαγών, των τουριστικών γραφείων και των πρακτορείων μετανάστευσης. Του Χατζημωυσιάδη υπερβαίνει την Ελλάδα, που είναι, σήμερα πλέον, χώρα θυγατρικών εταιρειών μιας παγκοσμιοποιημένης επικράτειας, και κατευθύνει τα πυρά του στα γραφεία ενοικιάσεως εργαζομένων, στα ενυπόθηκα δάνεια, στις κλιματικές αλλαγές και στα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα. Στο ποίημα του Αναγνωστάκη απειλούνται οι ανθρώπινες σχέσεις, στο καινούριο, ο ίδιος ο άνθρωπος ως είδος. Στο πρώτο, μένει ακόμη στους ανθρώπους η ελπίδα να γνωρίσουν καλύτερες μέρες «τα παιδιά των παιδιών τους ή τα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους». Στο δεύτερο, ο στίχος συμπληρώνεται: «αν βέβαια συνεχίσουν να γεννιούνται παιδιά».

Ο Χατζημωυσιάδης γεννήθηκε τη χρονιά που εκδόθηκαν τα «Δεκαοκτώ κείμενα», και εξέδωσε το πρώτο βιβλίο του άνοιξη 2005. Τα τέσσερα βιβλία του, που κυκλοφόρησαν εντός της πενταετίας, μια συλλογή διηγημάτων, μια νουβέλα και δύο μυθιστορήματα, συστήνουν έναν κοινωνικά ευαισθητοποιημένο συγγραφέα. Στο πρόσφατο, δεύτερο μυθιστόρημά του, πρωταγωνιστεί ένα ζευγάρι συνομηλίκων του. Η ηρωίδα εμφανίζεται σαν alter ego του συγγραφέα. Εχει αδυναμία στους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς και διατηρεί ιστολόγιο, που τιτλοφορεί «Ιχνηλασίες», όπως κι εκείνος. Η τελευταία ανάρτηση στο ιστολόγιό της είναι το προαναφερθέν ποίημα του Αναγνωστάκη. Μια προηγούμενη έχει ημερομηνία 16 Νοεμβρίου 2007 και γράφει για τη δική της γενιά και το Πολυτεχνείο: «Της μεταπολίτευσης τη χαμένη γενιά. Την πιο χαμένη απ' όλες. Την πιο λίγη απ' όλες. Την πιο προδοτική απ' όλες. Πού νόμισε, αλλά δεν πίστεψε. Που αντέδρασε, αλλά δεν αγωνίστηκε. Που γιόρτασε, αλλά δεν τίμησε. Οχι, εγώ αύριο δεν γιορτάζω το Πολυτεχνείο. Εγώ αύριο ξανασκυλεύω το Πολυτεχνείο. Εγώ κι όλοι οι όμοιοί μου». Εν ολίγοις, στο στόχαστρο μπαίνει η γενιά της. Κυρίως, όμως, ο σύζυγός της, η στάση και τα έργα του.
Με το καινούριο βιβλίο του, ο Χατζημωυσιάδης κερδίζει το αναγνωστικό ενδιαφέρον χάρη στο θέμα που επιλέγει αλλά και τη μορφή που υιοθετεί. Εχοντας καλύψει στα προηγούμενα βιβλία του, σε μια πρώτη προσέγγιση, τα λίγο-πολύ πεπατημένα εδάφη, όπως οι μετανάστες και η επιτελούμενη καταστροφή του περιβάλλοντος, προχωρεί σε μια σχετικά ανέγγιχτη περιοχή. Επιλέγει το θέμα των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων, τα οποία, παρότι συνιστούν κυρίαρχη απειλή, δεν έχουν απασχολήσει την εγχώρια πεζογραφία. Οσο, όμως, ερεθιστικό κι αν είναι ένα θέμα, εκείνο που καθορίζει την αναγνωστική του εμβέλεια, κυρίως το λογοτεχνικό του αποτύπωμα, είναι ο αφηγηματικός τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται. Πιστεύουμε ότι στο προηγούμενο μυθιστόρημά του, «Το παραμύθι του ύπνου», ο εγκιβωτισμός της ιστορίας σ' ένα πλαίσιο του τύπου «Χίλιες και μία νύχτες», με τον πατέρα σαν άλλη Χαλιμά να λέει παραμύθια στην κόρη του για να αποκοιμηθεί, απονευρώνει την αφήγηση. Σε αντίθεση με το πρόσφατο, όπου η αφήγηση καλλιεργεί το σασπένς.
Ο ήρωας του μυθιστορήματος συνειδητοποιεί ότι έχει προσωρινή απώλεια μνήμης. Ακριβώς όπως συμβαίνει στο πρόσφατο μυθιστόρημα του Γιάννη Μακριδάκη, «Ηλιος με δόντια». Σε μια προσπάθεια να θυμηθεί, αρχίζει να αφηγείται. Του Μακριδάκη ο ήρωας μονολογεί, απευθυνόμενος στο είδωλό του στον καθρέφτη. Του Χατζημωυσιάδη, γράφει στον υπολογιστή, κάτι σαν «απολογητικό υπόμνημα», όπως είναι ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου. Το απευθύνει στη σύζυγό του, που απουσιάζει γι' αυτόν ανεξήγητα. Ο πρώτος πιστεύει ότι διά της επαναλήψεως θα συμπληρωθεί η «μαύρη τρύπα στο κεφάλι του», ενώ ο δεύτερος καταπολεμά τη συσκότιση της μνήμης του με γλωσσικούς συνειρμούς. Κι αυτό, λόγω επαγγελματικής διαστροφής, δεδομένου ότι πρόκειται για έναν επιμελητή κειμένων. Δηλαδή, έναν άνθρωπο που φροντίζει να τηρούνται οι κανόνες της γλώσσας. Είναι «ένας χωροφύλακας της γλώσσας», όπως τον αποκαλεί υποτιμητικά η σύζυγός του, ο οποίος, με το πρόσχημα ότι τιθασσεύει τις λέξεις, επιδιώκει να χειραγωγήσει τις ιδέες των συγγραφέων. Κατ' επέκταση, όμως, και ένας άνθρωπος συνηθισμένος να πειθαρχεί σε κανόνες και κανονισμούς. Η διαφορά από το μυθιστόρημα του Μακριδάκη είναι ότι σε εκείνο η ανατροπή έρχεται από το παρελθόν, ενώ, εδώ, από το παρόν και συγκεκριμένα, από τον περιβάλλοντα χώρο, στον οποίο εργάζεται το ζεύγος. Πρόκειται για μια εταιρεία γενετικών ερευνών, όπου ισχύει ένα απολυταρχικό σύστημα κανόνων, που παραπέμπει στο μυθιστόρημα του Τζορτζ Οργουελ «1984». Ολοι οι υπάλληλοι βρίσκονται υπό συνεχή παρακολούθηση, δέσμιοι ενός «εσωτερικού κανονισμού», που επεκτείνεται και εκτός εταιρείας, ρυθμίζοντας και τον ιδιωτικό τους βίο. Εκτός από τους πληροφοριοδότες του προϊσταμένου, υπάρχει μια σκιώδης «υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου», που στοιχειώνει τον ύπνο του αφηγητή.
Ο ήρωας, όπως και ο αφηγητής παραμυθιών στο προηγούμενο μυθιστόρημα του Χατζημωυσιάδη, φαίνεται πλασμένος στο πρότυπο ενός μέσου Ελληνα, καθώς επιδεικνύει κάποια χαρακτηριστικά ελαττώματα και συμπεριφορές. Εμφανίζεται ατομικιστής, επαίρεται ότι γνωρίζει να επωφελείται ακόμη και από τα τραγικά περιστατικά που του έχουν συμβεί, όπως ο θάνατος της πρώτης του αγαπημένης με δική του υπαιτιότητα. Κύριο, όμως, μέλημά του είναι η επαγγελματική του ανέλιξη, πατώντας, στην κυριολεξία, επί πτωμάτων. Στο καθεστώς τρομοκρατίας, που αντιπροσωπεύει η Εταιρεία, ένας ευθυνόφοβος και πειθήνιος όπως αυτός, δείχνει ο ιδανικός για τη θέση του διευθυντή, καθώς υπερβάλλει σε ζήλο και πανουργία. Η απειλή που συνιστούν τα μεταλλαγμένα προϊόντα, δηλώνεται έμμεσα. Από τη μια, η Εταιρεία διαφημίζει τη «γεωργική επανάσταση», που θα σώσει την ανθρωπότητα από «το τροφικό τσουνάμι» και από την άλλη, στον κήπο του ήρωα θάλλει μια γενετικώς τροποποιημένη κερασιά, που βγάζει άγευστο καρπό. Ο αφηγητής, ξεκινώντας από τη μελοδραματική ανιστόρηση συμβάντων της εφηβείας του, αποκαλύπτει την τερατόμορφη πλευρά του εαυτού του, αποκρουστική όσο και συνηθισμένη. Μένει η ανατροπή του τέλους, που αιφνιδιάζει. Οχι με όσα αποκαλύπτει ότι είχαν συμβεί, τα οποία, από ένα σημείο της αφήγησης και ύστερα, διαφαίνονταν. Αλλά με το γεγονός ότι ο ήρωας βρίσκει την ευτυχία διαγράφοντας το παρελθόν. Καταλήγει, δηλαδή, στο «βασίλειο της λήθης». Η τελευταία του φράση: «... εγώ συνεχίζω να υπάρχω και θα συνεχίσω για πάντα να υπάρχω, ενώ εσείς... έχετε πάψει να υπάρχετε...», μοιάζει με εφιαλτική προφητεία του νέου τύπου ανθρώπου που εκπροσωπεί. Φτάνει, μάλιστα, να πιστεύει ότι στο τέλος θα επικρατήσει έναντι του προηγούμενου, που διατηρούσε, έστω και στοιχειωδώς, κάποια ανθρωπιστικά στοιχεία.
Μ. Θεοδοσοπούλου, Βιβλιοθήκη, Ελευθεροτυπία, 7.8.2010


Τροποποιήσεις εν γένει

Στο τέταρτο λογοτεχνικό του βιβλίο (και δεύτερο μυθιστόρημά του μετά «Το παραμύθι του ύπνου») ο σαραντάχρονος Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, φιλόλογος στη δημόσια εκπαίδευση, εστιάζει και πάλι το ενδιαφέρον του στις συντεταγμένες της σύγχρονης κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας και τις ποικίλες επιδράσεις τους στον ανθρώπινο ψυχισμό. Στο στόχαστρό του αυτή τη φορά η ανθούσα στους καιρούς μας βιομηχανία των γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων και αφ’ ετέρου η τροποποίηση των ανθρώπινων συνειδήσεων, στην προοπτική απόλαυσης του «δικαιώματος της προσωπικής ευημερίας».
Ο ήρωας του μυθιστορήματος είναι ένας άνθρωπος σημαδεμένος από τραυματικές εμπειρίες, που έχει καταφέρει να σταθεί στα πόδια του και «να τα έχει όλα στη ζωή του»: ισορροπημένο γάμο, καλό πόστο σε εταιρεία γενετικής τροποποίησης τροφίμων, ιδιόκτητη μονοκατοικία και ελεύθερο χρόνο, τον οποίο αφιερώνει στην καλλιέργεια του κήπου του.
Εντούτοις, κάτι που δεν μπορεί να προσδιορίσει πηγαίνει στραβά στη ζωή του. Η γυναίκα του, εργαζόμενη στην ίδια εταιρεία -ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένη σχετικά με τις αρνητικές συνέπειες των μεταλλαγμένων στην ανθρώπινη υγεία- απουσιάζει αναίτια από το γραφείο της. Η υπηρεσία έρευνας της εταιρείας φαίνεται να τον παρακολουθεί και να του στήνει παγίδες. Αρκετοί συνάδελφοί του, τέλος, δείχνουν μια παράξενη, υπονομευτική συμπεριφορά εναντίον του.
Εντελώς χαμένος μέσα σε μια πραγματικότητα της οποίας τις συντεταγμένες δείχνει ότι δεν μπορεί πλέον να διακρίνει, ο ήρωας καταδύεται άναρχα στις αναμνήσεις του, φιλτράροντάς τες ιδιότυπα μέσα στον διαταραγμένο και γεμάτο μνημονικές «μαύρες τρύπες» ψυχισμό του, και αναζητώντας απαντήσεις σε ερωτήματα που ο ίδιος αδυνατεί να θέσει.
Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης στήνει μια ιστορία εσωτερικής πλοκής με διαδοχικές κλιμακώσεις και μια έντονη -και μάλλον απροσδόκητη- κορύφωση με αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο.
Με όπλο τη στέρεη, καλοδουλεμένη γλώσσα και την εκφραστική δύναμη, ο συγγραφέας μας ξεναγεί στην ιδιότυπη και πολλαπλώς τραυματισμένη ψυχοσύνθεση ενός συμβιβασμένου ανθρώπου, συνδέοντας το υπαρξιακό δράμα του με την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα των καιρών.
Μυθιστόρημα πολιτικό και ταυτόχρονα ψυχολογικό, η «Αστοχία υλικού» μάς μιλά για την αιχμαλωσία του σύγχρονου ανθρώπου από τις πανίσχυρες οικονομικοκοινωνικές δομές των καιρών και μας υπενθυμίζει πως η αντίσταση αποτελεί στους καιρούς μας ζήτημα ζωής και θανάτου.
Με όπλο τη στέρεη, καλοδουλεμένη γλώσσα και την εκφραστική δύναμη, ο συγγραφέας μας ξεναγεί στην ιδιότυπη και πολλαπλώς τραυματισμένη ψυχοσύνθεση ενός συμβιβασμένου ανθρώπου, συνδέοντας το υπαρξιακό δράμα του με την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα των καιρών.
Μυθιστόρημα πολιτικό και ταυτόχρονα ψυχολογικό, η «Αστοχία υλικού» μάς μιλά για την αιχμαλωσία του σύγχρονου ανθρώπου από τις πανίσχυρες οικονομικοκοινωνικές δομές των καιρών και μας υπενθυμίζει πως η αντίσταση αποτελεί στους καιρούς μας ζήτημα ζωής και θανάτου.

Νίκος Κουνενής, Καθημερινή, 13.07.10


Στράτευση στον Κυνισμό

Η οικονομική κρίση που παρήγαγε ήδη ανεξάντλητες δαπανηρές σελίδες αναλύσεων και ατέλειωτα terabytes ψηφιακής γραφής τι είδους λογοτεχνία άραγε θα γεννήσει στην Ελλάδα; Θα ανανεώσει μια οικεία, ιδίως στη Θεσσαλονίκη, παράδοση εσωστρέφειας και αναστοχασμού ή θα επαναφέρει (σε πρωτόγνωρη, ωστόσο, βάση) την πολιτική γραφή και το αίτημα της λογοτεχνικής στράτευσης;
Τα αντανακλαστικά του λογοτεχνικού δυναμικού μας είναι βεβαίως μαθημένα στην προσεκτική αναμονή (ας πούμε: ο πολυθρύλητος Δεκέμβρης του 2008 προς το παρόν απέφερε ένα μόνο μυθιστόρημα, τον «Ανίσχυρο Άγγελο» (εκδ. Πατάκη) από τον Μάνο Κοντολέων). Ωστόσο εδώ η κατάσταση επιτρέπει ακρότητες και διακινδυνεύσεις, καθώς το ερέθισμα έχει χαρακτηριστικά ασφαλούς καθολικότητας που εκ πρώτης όψεως λυτρώνουν από την αμηχανία του «με ποιους να πας» - από ποιον δρόμο είναι άλλο ερώτημα;
Είτε με τάση εσωστρεφή είτε με τη δίκοπη δυναμική της στράτευσης, αν η μυθιστοριογραφική αντίδραση στη νέα τάξη πραγμάτων που βάζει μονομιάς στην άκρη δεκάδες ερωτήματα τα οποία φάνταζαν εξαιρετικά επίκαιρα για την ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια, υιοθετήσει την αριστερή ρητορεία των προδομένων οραμάτων, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα ανταποκριθεί στις προσδοκίες ενός κοινού που δυνητικά ανανεώνει τη δεξαμενή των αναγνωστών σε περιόδους κρίσης. Ο κυνισμός, αντιθέτως, συστατικό χαρακτηριστικό της συζήτησης για spread, δανεισμούς και «νευρικών αγορών», που λες και γίνονται ερήμην προσώπων, είναι μάλλον πολύ γονιμότερο πεδίο για να αναπτυχθούν ουσιώδεις λογοτεχνικές προτάσεις.
Το μυθιστόρημα «Αστοχία Υλικού» (εκδ. Μεταίχμιο) του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη δεν είναι βεβαίως γέννημα της κρίσης, ωστόσο περιέχει σε αρχετυπική μορφή το παραπάνω δίλημμα και γέννησε απροσδόκητα αυτήν την παραναγνωστική προσέγγιση. Ο ήρωας, επιμελητής κειμένων σε πολυεθνική εταιρεία παραγωγής μεταλλαγμένων προϊόντων, τηρεί με ευλάβεια το πρωτόκολλο της επιχείρησης, που απαιτεί πειθαρχία λάγκερ. Ερωτεύεται ωστόσο και παντρεύεται κρυφά συνάδελφό του, μεταφράστρια. Το βάρος της επιχειρηματικής πολιτικής που ευαγγελίζεται τη χορτάτη ανθρωπότητα του μέλλοντος συνθλίβει και τους δύο με διαφορετικό, όμως, τρόπο και άλλες συνέπειες: η σύζυγος δοκιμάζεται από την ενοχική αριστερή συνείδησή της και οδηγείται στην αυτοκτονία, ο σύζυγος στρατεύεται στον κυνισμό του μεταλλαγμένου μεσσιανισμού και ανέρχεται στην ιεραρχία που επί χρόνια τον δυνάστευε
Η πρώτη αναγνωστική αντίδραση ήταν ερεθισμένη από αυτά που φάνηκαν αμήχανα κλισέ, η δεύτερη εισέπραξε ένα κρυμμένο νεύμα καλωσορίσματος σε μια πειστική δυστοπία, με την οποία ελπίζω να αναμετρηθεί σύντομα η νεοελληνική λογοτεχνική παραγωγή.

Γιάννης Κοτσιφός, Παράλλαξη, τεύχος Μαΐου

Στα μισά του δρόμου

Μια εταιρεία που σκορπάει τον τρόμο παρακολουθώντας τη ζωή των στελεχών της, σ' ένα μυθιστόρημα το οποίο μένει κατά ανεξήγητο τρόπο στα μισά του δρόμου. Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης «Αστοχία υλικού».

Περίπλοκες και συχνά ακατανόητες ίντριγκες, παρατεταμένες συναλλαγές κάτω από το τραπέζι, καθ' ολοκληρίαν έλλειψη εμπιστοσύνης, πρόσωπα πρόθυμα να κάνουν τα πάντα και χωρίς τον παραμικρό ηθικό περιορισμό: αυτό είναι το κλίμα το οποίο φιλοτεχνεί ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης (γεννημένος το 1970 στα Γιαννιτσά), στην «Αστοχία υλικού», το δεύτερο κατά σειρά μυθιστόρημά του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» (προηγήθηκε το «Παραμύθι του ύπνου», 2008, ενώ το έργο του συμπληρώνουν μια συλλογή διηγημάτων και μια νουβέλα).
Πρωταγωνιστής στην «Αστοχία υλικού» είναι ο καλοζωισμένος υπάλληλος μιας εταιρείας γενετικά τροποποιημένων τροφίμων. Με ικανοποιητική αμοιβή, ιδιόκτητη μονοκατοικία και εξασφαλισμένη θέση, ο ήρωας του Χατζημωυσιάδη είναι έτοιμος για έναν ανέφελο και ανθόσπαρτο βίο, ο οποίος, ωστόσο, δεν θα του δοθεί ποτέ γιατί φοβάται συνεχώς και παντού τα πάντα: φοβάται τα κείμενα τα οποία διορθώνει στην εταιρεία, φοβάται τον εσωτερικό κανονισμό της επιχείρησης, που ρυθμίζει την προσωπική ζωή των εργαζομένων, φοβάται τον προϊστάμενό του, που αυθαιρετεί κατά τον πλέον αδίστακτο τρόπο, φοβάται τον ανήσυχο χαρακτήρα της γυναίκας του, που μπορεί να αποδειχτεί επικίνδυνος για το επαγγελματικό του μέλλον, φοβάται τα παιδικά του χρόνια, που έχουν σφραγιστεί από έναν αδόκητο θάνατο, φοβάται την παρούσα πραγματικότητα, την οποία αρνείται να παραδεχτεί, ανατρέποντας με έναν σχεδόν ψυχωτικό τρόπο τα λογικά της δεδομένα.
Τοποθετώντας τη δράση του σ' ένα καθαρώς καφκικό τοπίο, που περισφίγγει τον ψυχισμό και τη συνείδηση του πρωταγωνιστή του τόσο ως εξωτερικό περιβάλλον (ο χώρος της εταιρείας ροκανίζει καθημερινά την ύπαρξή του) όσο και ως εσωτερική εικονογραφία (η οδυνηρή αίσθηση μιας αιώνιας ατομικής φυλακής), ο Χατζημωυσιάδης θέλει να γράψει ένα μυθιστόρημα για την κοινωνία των διευθυντών και το ανελέητο παιχνίδι της εξουσίας το οποίο στήνεται γύρω από την υπόσχεση της καριέρας και της ευζωίας.
Η «Αστοχία υλικού» βασίζεται σε μιαν ιδέα από την οποία θα μπορούσε να προκύψουν θαύματα, αντί τούτου, όμως, ο συγγραφέας παγιδεύεται σε μιαν αργή και ακατανόητα ανεξέλικτη δράση, που εξαντλεί πολύ γρήγορα την όποια αρχική δυναμική της, είτε ξεπέφτοντας σε διάφορες μηχανικές καταστάσεις είτε φορτώνοντας τους ήρωες με μιαν ενοχλητικά προβλέψιμη συμπεριφορά. Το καλύτερο στοιχείο του βιβλίου είναι η αδήλωτη επί μεγάλο διάστημα παράνοια του πρωτοπρόσωπου αφηγητή - κι αυτή, ωστόσο, μένει χωρίς περαιτέρω αξιοποίηση μετά την αποκάλυψή της. Ενα μυθιστόρημα που μοιάζει εγκαταλελειμμένο στα μισά του δρόμου.

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 30.05.20

Κυριακή, 18 Μαΐου 2008

Το παραμύθι του ύπνου








Το παραμύθι του ύπνου, Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, Μυθιστόρημα, σελ. 222, εκδ. Μεταίχμιο, Μάιος 2008



Καλημέρα σας,


Βροχές και καταιγίδες περιμένετε να σας ανακοινώσω. Κι εγώ που μέχρι πρόσφατα βροχές και καταιγίδες σάς υποσχόμουν, κατά βάθος δεν τις ήθελα. Φοβόμουν την καταχνιά κι έτρεμα το θυμό τους. Αλλά όχι πια. Ξεράθηκαν οι υπόγειες λίμνες μου και στέγνωσαν τα μέσα μου ποτάμια από την ανομβρία της λογικής, κυρίαρχης και προσωπικής: ένα σπίτι, μια καριέρα, ό,τι ο καθένας ονομάζει ατομική βολή, όλα αυτά δηλαδή που άρδευσαν τα εσώψυχά μου και με άφησαν εδώ μπροστά σας αδειανό πουκάμισο του Καλημέρη, για να σας υπόσχομαι βροχές και καταιγίδες.
Λοιπόν, πάρτε το απόφαση: οι βροχές και οι καταιγίδες που περιμένετε, οι βροχές κι οι καταιγίδες που περιμένω, δε θα έρθουν πια. Τουλάχιστον σήμερα, πιθανώς όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι και ενδεχομένως ποτέ πια. Μια συνεχής κάψα αποδώ και πέρα ο καιρός, με τις θερμοκρασίες αφύσικα υψηλές για τα δεδομένα των εποχών και με τους καύσωνες να διαδέχονται ο ένας τον άλλο, χειμώνα και καλοκαίρι, φθινόπωρο και άνοιξη.

Β Ι Β Λ Ι Ο Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Η

ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ - Καλοκαίρι

Ήταν θέμα χρόνου να βρουν και την Ελλάδα το λογοτεχνικό τους αποτύπωμα η αγωνία για το περιβάλλον και η νέα οικολογική συνείδηση. Τη δύσκολη αυτή δουλειά ανέλαβε ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης με το μυθιστόρημά του Το παραμύθι του ύπνου (Μεταίχμιο). Ένας απόστρατος αξιωματικός της αεροπορίας ο οποίος επιμελείται ένα τηλεοπτικό δελτίο καιρού βλέπει τις κλιματολογικές μεταστροφές να εξελίσσονται παράλλημα με την αποσταθεροποίηση της οικογενιακής του ζωής, χωρίς ωστόσο να μπορεί να κάνει απολύτως τίποτα για να τις ανακόψει. Τι θα τον σώσει από τη μέσα και την έξω ερημοποίηση;

Ρούλα Γεωργακοπούλου, ΤΑ ΝΕΑ, 21-22 Ιουνίου 2008

Τον κακό του τον καιρό!
«Καριέρα ή θάνατος», το σύνθημα του σύγχρονου μεσοαστού


Η αιθρία δεν είναι πάντοτε η καλύτερη δυνατή κατάσταση. Κι όταν λέμε «βελτιώνεται ο καιρός», ίσως θα πρέπει να πάψουμε να εννοούμε ότι έρχονται ζεστές μέρες, γιατί ειδικά στην Ελλάδα αυτό συχνά ισοδυναμεί με ανομβρία και ενίοτε με καύσωνα. Καλός καιρός επομένως μπορεί να σημαίνει συννεφιά, βροχές ή χαμηλές θερμοκρασίες. Από την άλλη, πολλοί επαγγελματίες εξαρτώνται από τις καιρικές μεταβολές, όχι μόνον οι αγρότες και οι ναυτικοί που προσδοκούν ήπια φαινόμενα για να εργαστούν, αλλά και οι μετεωρολόγοι, οι οποίοι κρίνονται ανάλογα με την επιτυχία των προγνώσεών τους.
Οι κλιματικές συνθήκες είναι η αφορμή, αφού μετεωρολόγος είναι ο πρωταγωνιστής του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη στην ιστορία που λέει ο πατέρας στην κόρη του πριν αυτή κοιμηθεί. Είναι ένα παραμύθι για τον τέως αξιωματικό του στρατού (που αποστρατεύτηκε με την κατηγορία ότι αμέλησε να προειδοποιήσει για τα ακραία καιρικά φαινόμενα που θα ενέσκηπταν), νυν μετεωρολόγο σε θεσσαλονικιώτικο τηλεοπτικό σταθμό, ο οποίος, αφού πέρασε από το στάδιο της αμφιβολίας για την κατοχή της θέσης του μπροστά στην αόριστη απειλή της απόλυσης, ισχυροποιήθηκε και πέρασε στο άλλο άκρο, το οποίο συνοψίζεται στο γνωστό σλόγκαν «γαμάω και δέρνω». Από το ναδίρ της αποτελμάτωσης, επαγγελματικά και οικονομικά (έχει ανοιχτεί ο άνθρωπος σε έξοδα που πρέπει να πληρωθούν!) στο ζενίθ της (μικρής) εξουσίας, που τον φέρνει σε θέση ισχύος απέναντι στη νεαρή συνάδελφό του και τους υπόλοιπους συναδέλφους του.Προσωπική στασιμότητα ή/vs επαγγελματική άνοδος
Λίγο - πολύ αυτό είναι το πρότυπο της εποχής: δεν πειράζει αν κάποιος εξάρθρωσε τη ζωή του, διέλυσε την οικογένειά του, ζει με εσωτερικές ηθικές ή άλλες συγκρούσεις, έχει απομονωθεί ουσιαστικά από τους άλλους και δεν λυπάται ή ακόμα ακόμα χαίρεται με τα δεινά των συναδέλφων του, αφού δεν τα υπέστη ο ίδιος· αρκεί που επαγγελματικά ανελίσσεται, αρκεί που απολαμβάνει την εκτίμηση των άλλων, αρκεί που πληρώνεται για να εργάζεται αποτελεσματικά και έτσι ανυψώνονται το κύρος και η κοινωνική του θέση. Εστω και προσωρινά...
Ο συγγραφέας δείχνει την εξέλιξη του αρνητικού ήρωά του πετυχαίνοντας να μη φαντάζει αντιφατική αυτή η αλλαγή. Είναι σαν τον στρατό, όπου στην αρχή οι νέοι αγανακτούν και διαμαρτύρονται που οι παλιοί τούς «τρέχουν», αλλά, όταν οι ίδιοι παλιώσουν, κάνουν τα ίδια και χειρότερα. Ο Νεοέλληνας πάσχει εντέλει από αθεράπευτη κρίση ανασφάλειας, η οποία στην αρχή εκδηλώνεται ως ανησυχία και αγωνία για το μέλλον του, για την καλοβολεμένη ζωούλα του, για τα κεκτημένα της καθημερινότητάς του, και στη συνέχεια, όταν παγιώσει τη θέση του με υποχωρήσεις ή ελιγμούς, μετατρέπει την ίδια ψυχοσύνθεση σε αυταρχική συμπεριφορά και στάση γεμάτη αυτοπεποίθηση, ακριβώς για να ξεπεραστούν οι εσωτερικές του αβεβαιότητες. Πρόκειται για ένα είδος προσαρμογής -χαμαιλεοντισμού θα τον ονόμαζε κάποιος άλλος-, η οποία υπαγορεύεται από τις συνθήκες της ζωής, όπως τα είδη της πανίδας και της χλωρίδας προσαρμόζονται στον καιρό για να επιβιώσουν.
Το εγκιβωτισμένο παραμύθι αποτελεί ταυτόχρονα κι ένα ξεγύμνωμα των ανδρικών στερεοτύπων. Ο πρωταγωνιστής Επαμεινώνδας Γρηγορίου υποτίθεται ότι είναι ένας άρτιος οικογενειάρχης, ενώ ξέρει ότι η γυναίκα του τον απατούσε. Αποδεικνύει την ηγετική του θέση στο κανάλι ωθώντας σε σεξουαλική επαφή την υφισταμένη του, όχι ακριβώς επειδή του άρεσε, αλλά κυρίως επειδή ήθελε να αποδείξει έτσι τον ανδρισμό του και να της επιβληθεί ακόμη περισσότερο. Πηγαίνει να παρακολουθήσει έναν αγώνα ποδοσφαίρου, όχι ακριβώς επειδή θεωρεί τον εαυτό του λάτρη του θεάματος, αλλά για να γίνει αρεστός στον διευθυντή του. Στην ουσία δρα όχι ως άτομο, αλλά ως ρόλος, ως φορέας της (στερεο)τυπικής ανδρικής φιγούρας, που στο πλαίσιο της κοινωνίας πρέπει να αποδεικνύει, ακόμα κι αν δεν το πιστεύει, πως είναι άνετος, μέσα σε όλα, δυναμικός, φιλόδοξος, ηγεμονικός, με μία λέξη: άνδρας.
Το παραμύθι του ξύπνου
Τον Π. Χατζημωυσιάδη τον γνωρίσαμε με το προηγούμενο έργο του «Καλά μόνο να βρεις» (2006). Δεν θα επιχειρήσω ενδελεχή σύγκριση των δύο βιβλίων, αλλά θα βεβαιώσω ότι ο συγγραφέας διατηρεί και εδώ τους χαμηλόφωνους τόνους, επιλέγοντας όμως αυτήν τη φορά μια πιο στρωτή υφολογικά αφήγηση. Το παραμύθι του μπαμπά στην κόρη του είναι πιο πολύ ένας μονόλογος που απευθύνεται στον εαυτό του, μονόλογος ενός μέσου Έλληνα που ξέρει να εκπέμπει τη ζεστασιά της γλώσσας, χωρίς να αναζητεί εξεζητημένες φράσεις και ιδιαίτερο ύφος. Ίσως φαίνεται αναντίστοιχος προς τη γλώσσα του παραμυθιού σε ένα μικρό κοριτσάκι και μάλλον σ' αυτό ο πεζογράφος δεν μπόρεσε να ισορροπήσει τον σκοπό του λόγου του με τα μέσα που τελικά χρησιμοποίησε.
Από την άλλη, τα αργοκίνητα νερά της αφήγησης συγκλίνουν με απλό όσο και αγαστό τρόπο προς το επιδιωκόμενο τέλος. Η διαπιστωμένη απιστία της συζύγου του αποκαλύπτει στον πρωταγωνιστή πως ένα ενδεχόμενο λάθος στην πρόβλεψη του καιρού ήταν (σκόπιμα;) το μοιραίο για τον αξιωματικό της αεροπορίας που είχε συνάψει δεσμό με τη γυναίκα του. Μια ολόκληρη ζωή, στηριγμένη σε προσωπικές αυταπάτες και στον κοινό πλέον σε πολλούς εφησυχασμό, οδηγεί σε διαζύγιο, σε αναγνώριση των βαθύτερων χαινουσών πληγών, σε οδυνηρά συμπεράσματα για το τέλμα πάνω στο οποίο είχε χτίσει την ευτυχία του. Γι' αυτό ακριβώς, ακόμα και η ίδια η σταδιοδρομία του, πάνω στην οποία είχε επενδύσει πολλά, φαίνεται ότι δεν φτάνει στο απόγειό της και μένει σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο (οι ελπίδες για περαιτέρω άνοδο δεν φαίνονται βάσιμες), αλλά κάνει την καμπύλη της και εύκολα παίρνει την κατιούσα.
Ο Νεοέλληνας, παρά τις φαινομενικές επιτυχίες του, είναι συχνά ένας γίγαντας με πήλινα πόδια, αφού πίσω από την επίπλαστη πρόοδο κρύβονται μικρές ή μεγάλες παρασπονδίες, μπαζωμένες βέβαια, αλλά πάντοτε επίφοβες να γκρεμίσουν ό,τι σαθρό έχει χτιστεί πάνω τους.
Ο Χατζημωυσιάδης ξεκινά τη σύνθεσή του σε χαμηλές οκτάβες και τη διατηρεί σ' αυτές μέχρι τέλους, όπου τρεις παραλλαγές αφήνουν ανοικτό το τέλος του έργου. Αυτοί οι ήπιοι τόνοι κερδίζουν τον αναγνώστη, αφού τον αποθέτουν στην ήρεμη ροή της αφήγησης, αλλά στο τέλος τον αφήνουν με την ιδιαίτερη γεύση του ανικανοποίητου: λείπουν οι συγκρούσεις, λείπει πάνω απ' όλα η κορύφωση της δράσης που θα προκαλέσει τριγμούς στο γυαλί της επανάπαυσης, απουσιάζουν οι συγκινήσεις εκείνες που απορρέουν από το οριακό σημείο τριβής χαρακτήρων και καταστάσεων. Κι ενώ ο πρωταγωνιστής έρχεται σε ρήξη με τη γυναίκα του, ο αναγνώστης δεν εισπράττει τη συγκρουσιακή βάση της αντιπαράθεσης, μια βάση που θα μπορούσε να ανεβάσει τους τόνους, να αναταράξει τα νερά και να προκαλέσει την κάθαρση που θα περίμενε κανείς.
Εντέλει, ο συγγραφέας φαίνεται ότι μπορεί να πατήσει γερά όταν η τάξη και η στρωτή εξέλιξη της ιστορίας κυριαρχούν, αλλά αδυνατεί να προκαλέσει και να χειριστεί σθεναρά έναν στρόβιλο που θα καθάρει ευεργετικά τον αποδέκτη του ...παραμυθιού του. Ισως γι' αυτό άλλωστε ονομάζει το έργο του «παραμύθι», θέλοντας να ρίξει το βάρος στη ράθυμη, νωχελική, αδιατάρακτη πορεία της εξιστόρησης και όχι στην τραγικότητα της καθημερινότητας, όπου θα μπορούσε να αρθεί.
Γιώργος Ν. Περαντωνάκης, Βιβλιοθήκη, Ελευθεροτυπία, 13/03/2009

Ένα αξιοπρόσεχτο μυθιστόρημα

Αναμφίβολα, τα μυθοπλαστικά συμβάντα -και οι συνακόλουθες των συμβάντων καταστάσεις- που συνθέτουν αυτό το μυθιστόρημα δεν συνιστούν παραμύθι. Η εξιστόρησή τους, που γίνεται τα βράδια από τον πατέρα-αφηγητή στη μικρή του κόρη, όταν αυτή πλαγιάζει στο κρεβάτι της, δεν αποσκοπεί να την απαλλάξει από τους ίσκιους της μέρας και να την οδηγήσει θωπευτικά στον κόσμο του ύπνου και των ονείρων. Αφενός γιατί, όπως εξ αρχής δηλώνει στην κόρη του, είναι ανήμπορος να λέει “τέτοια παραμύθια” και αφετέρου γιατί θέλει τα παραμύθια του να είναι “του ξύπνου κι όχι του ύπνου”• πιστεύοντας προφανώς, όπως και ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ότι “Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά”, παραπέμποντας, εμμέσως πλην σαφώς, στους στίχους τού τελευταίου: Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ/ Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,/ Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω/ ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας (“Στο παιδί μου”). Κι ακόμα, γιατί, σε αντίθεση με τους άλλους μπαμπάδες, που “λένε παραμύθια στα παιδιά τους χωρίς να τα ακούνε οι ίδιοι”, φροντίζοντας μόνο να είναι αρεστοί στους τρυφερούς ακροατές τους, αυτός “τα λέει για να τα ακούει” ο ίδιος, μια και η ακροάτριά του, μη βρίσκοντας κανένα ενδιαφέρον στα όσα της ιστορεί ο πατέρας της, αφήνεται και βυθίζεται στον ύπνο του δικαίου (“Κάθομαι μετά εγώ και τα ακούω που τα λέω”). Τέλος, γιατί, όπως εξηγεί στην κόρη του, και “ο δικός μου μπαμπάς δε μου αφηγήθηκε ποτέ το δικό του παραμύθι του ύπνου, για να το ακούσω στον ξύπνιο μου σαν ιστορία ή να το δω στον ύπνο μου σαν όνειρο. Γιατί ο δικός μου μπαμπάς μ’ έβαλε μέσα στο δικό του παραμύθι του ύπνου και το έζησα από την αρχή ως το τέλος μαζί του”.Κάπως έτσι διαμορφώνονται οι συνθήκες της αφήγησης• το πρόσχημα, μάλλον, προκειμένου η εξιστόρηση των συμβάντων της ζωής ενός ανθρώπου που βρίσκεται στη μεταιχμιακή ηλικία των σαράντα και κάτι, και η εκμυστήρευση των προθέσεων, των φιλοδοξιών, των συμβιβασμών, των διαψεύσεων, των αγωνιών, των μύχιων σκέψεών του και των ανεπούλωτων τραυμάτων της παιδικής του ηλικίας, να πραγματοποιείται με τη μορφή της τριτοπρόσωπης αφήγησης. Μιας τριτοπρόσωπης αφήγησης οπωσδήποτε ιδιότυπης, με μονίμως εξυπακουόμενο το αμφιρρέπον, ανάμεσα σε ένα τραυματικό παρελθόν και σε ένα πολλαπλά υποθηκευμένο -εν ονόματι ενός καλύτερου, μικροαστικά τακτοποιημένου, μέλλοντος- “εγώ” του αφηγητή. Αμφιρρέπον ανάμεσα στα τραυματικά παιδικά του χρόνια (τις μνήμες του διαλυμένου πατρικού του σπιτιού, της δυστυχισμένης μητέρας του και ενός πατέρα πρώτα αριστερού, ύποπτου στα μάτια των ανθρώπων της εξουσίας και ύστερα δηλωσία και μέθυσου, ναυαγισμένου στα λασπόνερα της Παμβώτιδας και ξεπεσμένου στα μάτια των παλιών συντρόφων του και όλης της τοπικής κοινωνίας), από τα οποία προσπαθεί απεγνωσμένα να απαγκιστρωθεί, και στα ηθικής τάξεως ερωτήματα που τον ταλανίζουν, τα περισσότερα σχετικά με τον βαθμό της συμβιβαστικότητας που οφείλει να επιδείξει στον χώρο της δουλειάς του, για την επαγγελματική του εδραίωση και κατοχύρωση, διατηρώντας ανέπαφη την αυτοεκτίμησή του και, παράλληλα, εξασφαλίζοντας τα απαραίτητα, για την προσωπική και την οικογενειακή του ευημερία, οικονομικά οφέλη.Με το επιλεγμένο αφηγηματικό σχήμα, με το “πρόσχημα” τού -ουσιαστικά χωρίς ακροατή- ιστορούμενου σε συνέχειες παραμυθιού, αφηγητής, ήρωας και, υπό προϋποθέσεις, ακροατής της ιστορίας ταυτίζονται απολύτως. Οι πρόσκαιρες διακοπές της ταύτισης των τριών αυτών προσώπων-όρων της αφήγησης -που προκαλούνται από τις πραγματικές ή τις υποθετικές ερωτήσεις της μικρής ακροάτριας προς τον πατέρα της και τις ενίοτε αμήχανες απαντήσεις του τελευταίου-, όχι απλώς δεν την υποσκάπτουν, αλλά την ενισχύουν, συμβάλλοντας κάθε τόσο στην υπενθύμιση και στην επανεκτίμησή της. Μάλιστα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η τρίτη ιδιότητα του ιστορούντος, αυτή του ακροατή, δικαιολογεί και δικαιώνει τον συχνά μονολογικό, εξομολογητικό, τόνο της φωνής του• κάνει κατανοητή την προσπάθειά του να αποκατασταθεί εκ πρώτης στα μάτια της κόρης του και -με δεδομένο ότι η τελευταία τις περισσότερες φορές κοιμάται και δεν τον ακούει-, κατά κύριο λόγο, στα δικά του μάτια ή, καλύτερα στην ενδεχομένως ελαστική, όχι όμως νεκρή, συνείδησή του. Απ’ αυτήν προσδοκά τη δικαίωση τών -όχι πάντα άμεμπτων ηθικά- πράξεων ή παραλείψεών του, προκειμένου να διατηρήσει τη θέση του σε ένα ιδιωτικό τηλεοπτικό κανάλι, όπου εργάζεται ως μετεωρολόγος, να εξασφαλίσει την πολυπόθητη αναγνωρισιμότητα του τηλεοπτικού αστέρα και να αυξήσει τις οικονομικές απολαβές του. Με το πρόσχημα του παραμυθιού, μιλώντας για τη ζωή του, τον εαυτό του θέλει πάνω απ’ όλα να πείσει για την ορθότητα των αποφάσεων και των επιλογών του, επικαλούμενος ως ελαφρυντικό τα τραυματικά παιδικά του χρόνια, που τα έζησε μέσα στη στέρηση και στην ταπείνωση, στα Γιάννενα. Απ’ αυτά και από την προηγούμενη στιγματισμένη στρατιωτική ζωή του (θεωρήθηκε υπεύθυνος για την πτώση ενός εκπαιδευτικού αεροπλάνου) θέλει να ξεφύγει, χτίζοντας με δάνεια μία μεζονέτα σε καμένη και επιχωματωμένη πρώην δασική περιοχή, με την ψευδαίσθηση ότι έτσι θα εξαγόραζε “το παιδικό του μερίδιο στους κατάσπαρτους αγρούς με παπαρούνες, ύστερα από τη διάλυση που βάρεσε το σπιτικό των γονιών του”. Με τη σαθρή βεβαιότητα ότι σ’ αυτό το σπίτι “την υποθηκευμένη ζωή του [θα] έβρισκε χώρο να στεγάσει, τα οικογενειακά του αδιέξοδα [θα] έβρισκε χώρο να φιλοξενήσει, τους επιστημονικούς του συμβιβασμούς του [θα] έβρισκε δικαιολογία να συγχωρήσει και πάνω απ’ όλα την άδεια του ζωή [θα] έβρισκε λόγο να συνεχίσει”.Όλ’ αυτά, ενόσω διαρκεί μία ασυνήθιστα παρατεταμένη περίοδος ανομβρίας, την οποία, υπό την ιδιότητα του τηλεοπτικού μετεωρολόγου, ανακοινώνει ως πρόβλεψη στα καθημερινά δελτία καιρού, στο κανάλι όπου εργάζεται, με την άνωθεν εντολή να βρίσκει λέξεις και εκφραστικούς τρόπους τέτοιους, που θα κάνουν τις περί ανομβρίας και ξηρασίας προβλέψεις του να περιέχουν μιαν ελπίδα ή να δημιουργούν μια ψευδαίσθηση, έστω, ότι η πολυπόθητη βροχή βρίσκεται επί θύραις. Όσο για τον ίδιο, ενόσω διαρκεί η περίοδος της αφύσικης ανομβρίας, τα πράγματα βαίνουν μάλλον καλώς• η οικογενειακή του ζωή συνεχίζεται, τουλάχιστον επιφανειακά, αδιατάρακτη, η θέση του στο τηλεοπτικό κανάλι σταθεροποιείται και αναβαθμίζεται, τα έσοδά του αυξάνονται, ερωτοτροπεί μηχανικά με την κατά πολύ νεότερή του υφισταμένη του, ενώ οι εργασίες στην υπό κατασκευήν μεζονέτα προχωρούν αργά αλλά σταθερά. Μπορεί, συνεπώς, διαρκούσης της ανομβρίας, να αισθάνεται μία δροσιά ικανοποίησης και να τρέφει βάσιμες ελπίδες ότι η ζωή του θα αλλάξει προς το καλύτερο• ότι το όνειρό του να απεμπλακεί από τις ζοφερές μνήμες του παρελθόντος του, έστω μικροαστικοποιούμενος, θα γίνει πραγματικότητα.Με την προϊούσα αλλαγή των καιρικών συνθηκών, ωστόσο, με την έλευση των βροχών και των καταιγίδων, ανατρέπονται και τα νομιζόμενα σταθερά δεδομένα της ζωής τού ιστορητή, ήρωα της ιστορίας και μοναδικού αποδέκτη-ακροατή της. Μένοντας, ταυτόχρονα σχεδόν, μόνος, εγκαταλελειμμένος από τη γυναίκα του και την κόρη του -άρα στερημένος από το δικαιολογητικό της ενδόσιμης συνείδησής του άλλοθι της οικογένειας-, χωρίς δουλειά, έρχεται αντιμέτωπος με την αμείλικτη πραγματικότητα και, κυρίως, με τον ανελέητο εαυτό του. Το χαμηλό βαρομετρικό και οι βροχές έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την “ξεραϊλα της ψυχής του”, την αβάσταχτη ξηρασία της προσωπικής του ζωής, που τώρα, χωρίς συνοχή και συνέχεια, μοιάζει να χάσκει στο κενό, με φυσικό επακόλουθο η εξέλιξη του παραμυθιού του να διακόπτεται βίαια. Ό,τι ιστορείται από το σημείο αυτό και ύστερα δεν βασίζεται σε πραγματικά -παραλλαγμένα όσο χρειάζεται για τις συνθήκες του παραμυθιού- γεγονότα και δεν απευθύνεται, έστω προσχηματικά, σε κάποιον κοιμώμενο ακροατή. Απούσης της αποδέκτριας της εξομολόγησής του και με δεδομένο ότι η πρόθεσή του για απολογία και εκλογικευτική-δικαιολογητική αναπαράσταση των συμβάντων του βίου του, ο αφηγητής-ήρωας αποτείνεται πλέον στον αφυπνισμένο εαυτό του. Μπορεί να μιλάει, να θέλει να νομίζει ότι μιλάει ακόμα στην απούσα κόρη του, να απαντά σε υποθετικές ερωτήσεις της, στην πραγματικότητα όμως αποτείνεται απερίφραστα και αδιαμεσολάβητα στον εαυτό του. Γι’ αυτό και ο λόγος του τώρα γίνεται ασθματικότερος και δραματικότερος, πλην όμως αφηγηματικά, σε ορισμένες στιγμές, ατελέσφορος. Έξω από το κάπως ασφαλές πεδίο των προσωπικών βιωμάτων, όταν, αποδεσμευμένος από την ανάγκη μιας ρεαλιστικά τεκμηριωμένης κατάθεσης γεγονότων και καταστάσεων, καταφεύγοντας απροκάλυπτα στη μυθοπλασία, και προσπαθώντας να αφηγηθεί κάποιες υποθετικές παραλλαγές εκδοχών εξέλιξης της εκτροχιασμένης ζωής του, έχει κανείς την αίσθηση ότι ο αφηγητής θέλει ή εν πάση περιπτώσει τείνει να γίνει διδακτικός. Απόδειξη το εκτός κλίματος, αφηγηματικά μετέωρο και αδικαίωτο, οικολογικού περιεχομένου, παραμύθι που φαντάζεται ότι λέει στην κόρη του, καθώς και το “αποχαιρετιστήριο” δελτίο καιρού που εκφωνεί, απαλλαγμένος από τις εξευτελιστικές δεσμεύσεις των τηλεοπτικών κανόνων. Όπως και να ’χει, πάντως, Το παραμύθι του ύπνου είναι ένα ιδιαιτέρως ενδιαφέρον και αξιοπρόσεχτο μυθιστόρημα.

Κώστας Παπαγεωργίου, Αυγή, 19.10.08

http://vivliocafe.blogspot.com/

Ο Παν. Χατζημωυσιάδης είναι συμπαθής ιστολογική παρουσία και γι’ αυτό ίσως η γνώμη μου για το τελευταίο βιβλίο του δεν θα είναι αντικειμενική. Επειδή όμως έχω να κάνω και αρνητικά σχόλια, πιστεύω ότι κράτησα σε κάποιο επαρκή βαθμό την κριτική μου αντικειμενικότητα. Πρώτα απ’ όλα ο συγγραφέας ξέρει να γράφει. Τι εννοώ μ’ αυτό; Ότι γνωρίζει να κρατάει τη γλώσσα στο επίπεδο που να υπηρετεί το ύφος και την καθαρότητα της αφήγησης. Φυσικά στο προηγούμενο έργο του “Καλά μόνο να βρεις”, χάρη στην υφολογική ποικιλία, αυτό φαινόταν καλύτερα, αλλά κι εδώ η γλώσσα του δεν προκαλεί δυσχέρειες, δεν αφήνει κενά, δεν φαίνεται εκκρεμής.Από την άλλη, ο ήρωάς(;) του, μετεωρολόγος στο επάγγελμα, ενσαρκώνει τον μέσο Έλληνα, που αφενός επιθυμεί να στήσει τη μικροαστική ζωούλα του με όσο το δυνατόν πιο ανώδυνο τρόπο, αφετέρου το επιδιώκει μέσα από καθόλα ανεκτές (νόμιμες) διεργασίες, οι οποίες ωστόσο φτάνουν στα όρια ενός ανδρικού σεξισμού και την επιβεβαίωση των ανδρικών στερεοτύπων για την επικράτηση του ισχυρού φύλου. Το αποτέλεσμα είναι σταδιακά –κι αυτό καταλογίζεται στα συν του έργου- να αποκαλυφθούν τα ρήγματα που σείουν τη ζωή του, που αποσταθεροποιούν τον καλοβολεμένο μέχρι ενός σημείου βίο του, ως την τελική διάλυση της οικογένειάς του και την αδιαφορία για τη σταδιοδρομία πάνω στην οποία είχε στηρίξει πάρα πολλά. Στην όλη του ιδεολογία το βιβλίο μού θύμισε το «Ψαράκι της γυάλας» του Μ. Χάκκα, με άλλη φυσικά ανάπτυξη της ιστορίας. Το πρόβλημα –βασικό στη συνείδησή μου που ωστόσο δεν έκανε το αναγνωστικό μου ενδιαφέρον να καταρρεύσει- έγκειται στην απουσία στοιχείων που να κάνουν τον αναγνώστη να κλειστεί στον κόσμο του βιβλίου και να απολαύσει το έργο. Θα μου πεις: η υψηλή λογοτεχνία δεν είναι και απολαυστική. Ναι (;) αλλά υπάρχουν συναισθηματικά, λογικά, αισθητικά ή άλλα σημεία που αφήνουν τον αναγνώστη σε ένα αναγνωστικό τραμπάλισμα, πέρα από τις όποιες ιδέες αποκομίζει από το κείμενο.
Πατριάρχης Φώτιος


Εισήγηση

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια.

Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

Το παραπάνω ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη ήρθε αβίαστα στη σκέψη μου, μόλις ολοκλήρωσα το μυθιστόρημα του Παναγιώτη, και πιστεύω ότι θα έδενε απόλυτα, ως προμετωπίδα, -ιδίως ο τελευταίος στίχος του – στο Παραμύθι του ύπνου. Ας δούμε όμως επί τροχάδην το στόρι του βιβλίου. Βασικός ήρωας ο Επαμεινώντας Γρηγορίου, σαρανταπεντάρης συνταξιούχος στρατιωτικός της αεροπορίας. Παντρεμένος και κερατωμένος από τη σύζυγό του, μ’ αυτό το τελευταίο να το κουβαλά στίγμα ανεξίτηλο στο δέρμα του και βραχνά στην καρδιά του, πατέρας ενός μικρού κοριτσιού, δουλεύει ως Μετεωρολόγος σε τηλεοπτικό σταθμό της Θεσσαλονίκης, λέγοντας κάθε μέρα, εδώ και έξι μήνες, δύο με τρία ολιγόλεπτα δελτία καιρού. Φιλόδοξος και εργασιομανής, ευέλικτος και ευπροσάρμοστος, θέλει απεγνωσμένα να διατηρήσει τη θέση του ή δυνατόν να την αναβαθμίσει, ακολουθώντας τυφλά τις οδηγίες-απαιτήσεις του προϊσταμένου του, ανεβαίνοντας έτσι τα σκαλιά της τηλεοπτικής πυραμίδας. Παράλληλα τον βασανίζουν τύψεις για ένα ατύχημα που συνέβη παλιά στην αεροπορία, όπου δούλευε ως προγνώστης καιρού, και που βάρυνε κυρίως τον ίδιο, αφού από αβλεψία του και από κακό επιχειρησιακό χειρισμό, ένα αεροπλάνο με δύο άτομα συνετρίβη, με αποτέλεσμα οι δύο επιβαίνοντες (εκπαιδευτής και εκπαιδευόμενος) να βρουν τραγικό θάνατο. Μια υφιστάμενή του στον τηλεοπτικό σταθμό, η Αργυρίου, θα γίνει έρμαιο των σεξουαλικών ορέξεων του Νώντα, ένα γεγονός όμως που θα αποτελέσει την απαρχή του προσωπικού, υπαρξιακού και επαγγελματικού του κατήφορου. Το τέλος μένει ανοιχτό, αφού ο συγγραφέας φλερτάροντας με τη νεωτερικότητα και το δημιουργικό τρόπο γραφής, μας παρουσιάζει τρεις πιθανές απολήξεις της ιστορίας, αναλόγως του τρόπου με τον οποίο θα λειτουργήσει ο ήρωάς του. Οι δύο τελευταίες σελίδες του βιβλίου είναι μαγικές, αποφορτίζουν την ένταση των γεγονότων που προηγήθηκαν, και δίνουν το στίγμα του Χατζημωυσιάδη αναφορικά με τις περίπλοκες καταστάσεις της ζωής που τον απασχολούν. Η περπερούνα, το παιδικό ποιηματάκι που λέει η κόρη του αφηγητή δίνοντας έτσι ένα οριστικό τέλος στο «Παραμύθι του ύπνου», εκτός από έξυπνο αφηγηματικό εύρημα αναδεικνύει την πεποίθηση του συγγραφέα ότι για να σωθεί αυτός ο περιπλεγμένος, ματαιόδοξος και ανυπόφορα κυνικός κόσμος, μοναδική ελπίδα είναι η αθωότητα, το ανυπόκριτο βλέμμα και η όλη στάση των μικρών παιδιών.
Ενώ το στόρι είναι φαινομενικά απλό, εντούτοις το βιβλίο του Χατζημωυσιάδη είναι πολυεπίπεδο, αφού θίγονται θέματα όπως: η ένδον ξηρασία των σημερινών ανθρώπων, το οικολογικό και περιβαλλοντικό ζήτημα της εποχής μας, το αδιέξοδο των ανθρώπινων σχέσεων, η ερωτική ματαίωση, η σαπίλα ενός συστήματος που εστιάζει σε ανούσιες λεπτομέρειες σκορπώντας αφειδώς ανύπαρκτες ελπίδες και ψευδαισθήσεις, αλλά και η φθορά που προκαλεί στις συνειδήσεις η εξουσία, και η μεταμόρφωση που υφίστανται οι άνθρωποι, όταν η εργασιακή τους καρέκλα ψηλώνει, και από καρέκλα υφισταμένου «προάγεται» σε καρέκλα προϊσταμένου. Επειδή όμως αυτά τα θέματα, λίγο-πολύ, έχουν θιγεί και σε πληθώρα άλλων λογοτεχνικών βιβλίων, νομίζω πως το καινούριο ακριβώς που κομίζει ο Χατζημωυσιάδης με αυτό του το πόνημα είναι ο ιδιαίτερος τρόπος γραφής του και το αφηγηματικό εύρημα που χρησιμοποιεί, να έχουμε τον αφηγητή (το άλτερ έγκο του συγγραφέα) να διηγείται το παραμύθι του ύπνου στην κορούλα του, και μέσα από αυτή την αφήγηση, κομμάτι κομμάτι, να ξεδιπλώνεται η ιστορία του Νώντα. Η ιδέα του συγγραφέα μού θύμισε τα Παραμύθια από το τηλέφωνο, τις 67 δηλαδή μικρές ιστορίες που ο Τζιάνι Ροντάρι έβαλε τον ήρωά του, τον κύριο Μπιάνκι από το Βαρέζε, να τις διηγείται τηλεφωνικώς στην κορούλα του, που δεν μπορούσε να την βλέπει λόγω συνεχών μετακινήσεων, για να κοιμηθεί. Στην ουσία έχουμε μιαν αφήγηση μέσα στην ιστορία, ένα είδος εγκιβωτισμού, ενώ κάθε κομμάτι της ιστορίας που αποτελεί μια επί μέρους αφήγηση του πατέρα στην κόρη του, λίγο προτού εκείνη κοιμηθεί, έχει ως προμετωπίδα έναν μικρό διάλογο ανάμεσα σε πατέρα και κόρη, διάλογο που κρύβει αθωότητα, αλήθεια και ποιητικότητα. Είναι έξυπνο το εύρημα του Χατζημωυσιάδη και χάρη σ’ αυτό ο αφηγητής, αποστασιοποιείται από τον Νώντα, τον γελοιοποιεί αρκούντως, αλλά παράλληλα τον αναδεικνύει και σε τραγικό πρόσωπο. Σκέφτομαι πως με διαφορετικό τρόπο αφήγησης, αυτό το εγχείρημα θα ήταν πολύ δύσκολο και παράτολμο, σχεδόν ακατόρθωτο, αφού περνώντας και σχετικά προσωπικά βιώματα ο συγγραφέας θα ήταν αδύνατον να τα συσχετίσει με τα βιώματα του Νώντα, και ο ήρωάς του τότε θα είχε σοβαρές ελλείψεις κι αντιφάσεις. Με το εύρημά του στηρίζεται ένας ολοκληρωμένος μυθιστορηματικός ήρωας τόσο σε συμπεριφορά όσο και σε αντιδράσεις. Η απόσταση από τον βασικό ήρωα εντέλει κερδίζει σε αφηγηματική πιστότητα και επαρκή σκιαγράφηση του χαρακτήρα, κι αυτό είναι κάτι που ο Χατζημωυσιάδης το έλαβε εξ αρχής υπόψη του και σοφά έπραξε.
Εκεί που δεν έπραξε σοφά και κάπως αδυνατίζει το βιβλίο και η όλη του προσπάθειά του, είναι το χτίσιμο των γυναικείων χαρακτήρων του. Εστιάζοντας όλη την αφήγηση στον μετεωρόλογο Νώντα, έναν ήρωα που και τον μελέτησε και τον ξέρει πολύ καλά και ψυχανεμίζεται και προβλέπει πολύ εύστοχα το σύνολο των αντιδράσεών του, σε τέτοιο βαθμό που να μιλάμε για απόλυτα ολοκληρωμένο μυθιστορηματικό πρόσωπο (ακόμα και η στροφή του στην πρόγνωση του καιρού στο σταθμό δένει με το παρελθόν του και ερμηνεύεται απολύτως από ψυχαναλυτικής σκοπιάς λόγω του ατυχήματος των δύο αεροπόρων), τα γυναικεία πρόσωπα του στόρι είναι ανολοκλήρωτα. Δεν ερμηνεύονται επαρκώς μερικές πράξεις τους, οι χαρακτήρες τους περάστηκαν ξώφαλτσα και επιδερμικά από την πένα του συγγραφέα και εκπέμπουν κάποιον αρνητισμό, κάτι που βολεύει, όμως, στο χτίσιμο του πορτρέτου του Νώντα. Εντούτοις αυτή η συνεχής ισορρόπηση ανάμεσα σε παραμύθι και πραγματικότητα, σώζει την κατάσταση και παραγράφει την αδυναμία σκιαγράφησης πειστικών γυναικείων πορτρέτων, βοηθητικών ηρώων στο βιβλίο, αφού σε ένα παραμύθι γίνονται πολλά ανεξήγητα πράγματα και μπορούμε να έχουμε ανερμήνευτες αντιδράσεις και συμπεριφορές. Ο Χατζημωυσιάδης φωτίζει και εστιάζει στη φιγούρα του μετεωρολόγου, με τέτοια ένταση, ώστε το φως διαθλάται στις υπόλοιπες μορφές της αφήγησης, αφήνοντας σκοπίμως κάποιες σκιές στον τρόπο που λειτουργούν –έτσι έπραξε και έτσι επιθυμεί να αντιμετωπίσουμε το πόνημά του. Επιπλέον η αφηγηματική πρωτοτυπία του βιβλίου, η δυνατή του γραφή, ο έξυπνος κατακερματισμός του παραμυθιού, το στοιχείο του χιούμορ στις κατάλληλές του δόσεις, ο μπαχτινικού τύπου ήρωας της ιστορίας (καρικατούρα και τραγικό πρόσωπο συνάμα) και η μπαχτινικού τύπου δομή της ιστορίας (καρναβαλικό, συγκινησιακό και δραματικό στοιχείο στις σωστές τους αναλογίες), η λειτουργική χρήση της αντίθεσης ξηρασία-υγρασία (σε πραγματικό και μεταφορικό επίπεδο), το δίπολο ένδον ξηρασία-περιβαλλοντικό ζήτημα, το ανοιχτό τέλος με τις πολλές του εκδοχές και –ιδίως –η λυτρωτικά τρυφερή απόληξη των δύο τελευταίων σελίδων με το ποιηματάκι της κόρης του αφηγητή να δίνει λύση σε όλα τα αδιέξοδα, πιστεύω πως μας αποζημιώνουν απόλυτα, αφήνοντάς μας μια ευχάριστη γεύση στο στόμα.
Λίγα λόγια τώρα για το εξώφυλλο του βιβλίου. Η φωτογραφία του εξώφυλλου, που οφείλεται στη Δημήτρη Λέτσιο, είναι συμβατή με το περιεχόμενο του βιβλίου, αναπαριστώντας μια εφιαλτική σκηνή απόλυτης ξηρασίας. Ρωγμώδες έδαφος από παντελή έλλειψη του υγρού στοιχείου, σε ασπρόμαυρο φόντο, ίχνος ανθρώπινης ζωής πουθενά, και μια εγκαταλελειμμένη βάρκα, σαν απολίθωμα άλλων εποχών, βουβή, άχρηστη κι απορημένη με την καταστροφή που έχει συντελεστεί, να χάσκει στους χαλεπούς καιρούς, ενώ πεταμένο δίπλα της ως φονικό σύνεργο, το ξύλινο κουπί της. Εικόνα μιας ζοφερής πραγματικότητας, μιας εποχής που έρχεται, που πλησιάζει και μας κρούει τη θύρα του κινδύνου, ενώ εμείς μάλλον κωφεύουμε, βολεμένοι ακόμη στις ανέσεις της μικροαστικής θαλπωρής μας.
Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης ξεκίνησε δυναμικά με πυκνά και νευρώδη διηγήματα με το βιβλίο του «Τρεις μνήμες και δυο ζωές», απλώθηκε με σημαντικές αρετές στη νουβέλα με το «Καλά μόνο να βρεις», και συνεχίζει, με περισσότερη, κατά τη γνώμη μου, επιτυχία σε μεγαλύτερη φόρμα, στο μυθιστόρημα, χάρη στο ωραίο του βιβλίο «Το παραμύθι του ύπνου», που εκδόθηκε από τις γνωστές για την ποιότητα και καλαισθησία τους εκδόσεις Μεταίχμιο. Κατέθεσε ένα καλογραμμένο, ευρηματικό, σφιχτό, σημερινό μυθιστόρημα, που διαβάζεται μονορούφι, προκαλώντας αφηγηματική απόλαυση και προβληματίζοντας συνάμα. Στο Παραμύθι του ύπνου δεν θα συναντήσετε Κοκκινοσκουφίτσες, Σταχτοπούτες, μαγικούς καθρέφτες που παραμορφώνουν πρόσωπα, και κακές μάγισσες, ούτε ήρωες πασπαλισμένους με άχνη και στιλβωμένους με βερνίκι επίπλαστης ευτυχίας, για να ξεχαστείτε και να χαλαρώσετε. Οι ήρωες του Χατζημωυσιάδη είναι καθημερινοί, σημερινοί, αντανακλάσεις της πραγματικότητας και της αλήθειας του. Θα σας πρότεινα να αποφύγετε να διαβάσετε μερικές μόνο σελίδες του βιβλίου λίγο πριν από την βραδινή κατάκλιση, για να σας νανουρίσουν ευχάριστα και να κοιμηθείτε τον ύπνο του δικαίου. Δεν είναι από αυτά τα αναγνώσματα, τα υποκατάστατα των ηρεμιστικών, που θα βρείτε κατά δεκάδες στα ράφια βιβλιοπωλείων, σε ροζ περιτύλιγμα. Όταν το πιάσετε στα χέρια, θα θελήσετε οπωσδήποτε να το τελειώσετε. Και ίσως αργήσει ο ύπνος να σφαλίσει τα βλέφαρά σας.

Παναγιώτης Γούτας, πεζογράφος

Εισήγηση

Τρεις διευκρινίσεις
Ξεκινώντας, θα ήθελα να κάνω τρεις αναγκαίες διευκρινίσεις :
1) Δεν έχω καμιά απολύτως ειδίκευση, για να κρίνω ένα λογοτεχνικό έργο. Επομένως, τα όσα ακολουθούν δεν διεκδικούν δάφνες λογοτεχνικής κριτικής. Αποτελούν τη γνώμη ενός μέσου αναγνώστη, που για άγνωστο για μένα λόγο προσκλήθηκε από τον συγγραφέα στην τιμητική θέση του παρουσιαστή του βιβλίου του και του οποίου αναγνώστη, κατά τη γνώμη μου, η διαμεσολάβηση είναι εντελώς αχρείαστη για την κατανόηση του παρουσιαζόμενου μυθιστορήματος.
2) Συνδέομαι με φιλικούς δεσμούς με τον Παναγιώτη (αυτός είναι και ο μοναδικός λόγος, που από τη μεριά μου αποδέχθηκα την πρόσκληση να είμαι στο πάνελ των ομιλητών). Άρα, στην έλλειψη εξειδικευμένης γνώσης πρέπει να προστεθεί -ως αρνητικό στοιχείο για μια έγκυρη κρίση- η έλλειψη αντικειμενικότητας, που διέπει τις σχέσεις μεταξύ φίλων.
3) Θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι έχω διαβάσει το «Παραμύθι του ύπνου» (πάνω από τρεις φορές). Το λέω αυτό, γιατί σε τέτοιου είδους παρουσιάσεις βιβλίων, - κυρίως σε περιπτώσεις επώνυμων παρουσιαστών-φοβάμαι πως το αυτονόητο δεν είναι πάντα αληθινό.

Περίληψη
Το «Παραμύθι του ύπνου» είναι το τρίτο βιβλίο του Χατζημωυσιάδη, εννοώ λογοτεχνικό βιβλίο (γιατί έχει γράψει και πολλά άλλα). Μυθιστόρημα το ονομάζει, αλλά εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τη μικρή φόρμα, όπως και στα δυο προηγούμενα. Οι διακόσιες και κάτι σελίδες του χωρίζονται σε πέντε μέρη κι αυτά σε μικρότερα κεφάλαια (21 συνολικά), ενώ προηγείται μια ακόμα μικρότερη εισαγωγή. (Τα λέω αυτά, για να σας αποδείξω ότι έχω διαβάσει το βιβλίο). Μικρές ιστορίες με τη μορφή του παραμυθιού, που ένας πατέρας, αφηγητής και πρωταγωνιστής ταυτόχρονα, διηγείται στην εξάχρονη κόρη του. Κεντρικό πρόσωπο ένας απόστρατος αξιωματικός της Αεροπορίας, που επιμελείται τα δελτία καιρού σε έναν περιφερειακό τηλεοπτικό σταθμό. Ένας άνδρας 45 χρονών, που βρίσκεται σ’ ένα παράξενο σταυροδρόμι της προσωπικής και επαγγελματικής του ζωής, που κινήθηκε πάντοτε εκ του ασφαλούς τόσο σε ό,τι αφορά τη σχέση με τη γυναίκα του όσο και σε ό,τι αφορά τις επιλογές στη σταδιοδρομία του, που τώρα όμως βλέπει πως η προνοητικότητα και η ατολμία του δεν μπορούν να τον προστατέψουν από την ερημιά που εξαπλώνεται με γρήγορους ρυθμούς μέσα του.

Τα ερωτήματα
Επιφορτισμένος με το ρόλο του εισηγητή, θα προσπαθήσω να απαντήσω σε δυο -απλά κατά βάση- ερωτήματα :
α) Τι είδους συγγραφέας είναι ο Χατζημωυσιάδης, τι σόι πράγματα γράφει και γιατί τα γράφει; (το πρώτο).
β) (και το δεύτερο :) Γιατί θα άξιζε τον κόπο να διαλέξει κανείς από τα χιλιάδες βιβλία που κυκλοφορούν κάθε χρόνο στην Ελλάδα και να διαβάσει «Το παραμύθι του ύπνου»;
Οι απαντήσεις που δίνω προσπαθούν να στηριχτούν στο ίδιο το κείμενο και να μην είναι αυθαίρετες. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως δεν παύουν να είναι εντελώς υποκειμενικές. Κάθε άνθρωπος προσλαμβάνει διαφορετικά ένα έργο τέχνης. Εξ άλλου, νομίζω ο Γ. Τσαρούχης είχε πει κάποτε πως όταν ξαναδιαβάζει μετά από καιρό ένα βιβλίο, που είχε διαβάσει και παλιότερα, είναι σαν να διαβάζει ένα καινούργιο βιβλίο, γιατί στο μεταξύ έχει αλλάξει ο ίδιος. Ελπίζω, πάντως, ο Παναγιώτης να αναγνωρίσει σ’ αυτά που θα πω κάτι από το μυθιστόρημά του.

Πολιτικός συγγραφέας
Στο πρώτο ερώτημα («Τι είδους συγγραφέας είναι;») απαντώ αμέσως και ευθέως : ο Χατζημωυσιάδης είναι ένας πολιτικός συγγραφέας, ακόμη και σ’ αυτό του το αφήγημα, όπου φαίνεται να κυριαρχεί το προσωπικό και το ψυχογραφικό στοιχείο, ενώ το πολιτικό βρίσκεται σε δεύτερο πλάνο.
Κι όταν λέω πολιτικός συγγραφέας, το αντιλαμβάνομαι με την πιο πλατιά έννοια του όρου και καθόλου δεν εννοώ έναν ιδεολογικά αγκυλωμένο ή κομματικά στρατευμένο λογοτέχνη, που π.χ. –για να θυμηθούμε επετειακά, σαράντα χρόνια μετά, το σημαδιακό 1968-, αντί για εισβολή σοβιετικών στρατευμάτων κατοχής στην Τσεχοσλοβακία βλέπει χορευτικές φιγούρες των τανκς στην πλατεία Βεντσεσλάς της Πράγας.
(Παρένθεση : το 1968 ήταν μια σημαντική χρονιά για όλο τον κόσμο : δεν ήταν μόνο ο παρισινός Μάης, ήταν κι οι μεγάλες διαδηλώσεις σε Ευρώπη κι Αμερική εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ, ήταν κι η δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, ήταν κι η Άνοιξη της Πράγας, ήταν και η διάσπαση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας. Κλείνει η παρένθεση).
Και μια κι έγινε αναφορά στο Κομμουνιστικό Κόμμα, δηλαδή στην Αριστερά, ας αρχίσουμε από εδώ.

1) Είναι, λοιπόν, πολιτικός συγγραφέας ο Χατζημωυσιάδης, όχι μόνο γιατί συχνά αναφέρεται στην Αριστερά και τους ανθρώπους της, τους αγώνες και την αυταπάρνηση τους, αλλά και τα λάθη, τις ήττες και τις αδυναμίες τους. (Με την ευκαιρία : Οι λίγες αυτές γραμμές ας είναι «εις μνημόσυνον» του Άγγελου Ελεφάντη, που χάσαμε πρόσφατα). Στο «Παραμύθι του ύπνου» αριστερός είναι ο πατέρας του πρωταγωνιστή του βιβλίου, που συχνά στοιχειώνει τη μνήμη του, «παλιός συνδικαλιστής των οικοδόμων» (σελ. 33), «που όλο πίσω από το συνδικάτο έτρεχε και συνέχεια με τα πολιτικά ασχολούνταν» (σελ. 26), «για το δίκιο των συναδέλφων» του, αλλά που το δίκιο της δικής του οικογένειας ήταν «ένα αδειανό τραπέζι, μια παραπονεμένη σύζυγος και τρία απλήρωτα ενοίκια» (σελ. 106). Αριστερός, που είχε συλληφθεί και βασανιστεί στη διάρκεια της χούντας (σελ. 47-48), που όμως υπέκυψε κι έκανε δήλωση μετανοίας κι ως «δηλωσίας» αντιμετώπισε την περιφρόνηση των συντρόφων του. Και που «στο τέλος το έφαγε το κεφάλι του» (σελ. 27) (αλλά ας μην σας πω το τραγικό πώς).
(Μια δεύτερη παρένθεση : σ’ αυτά που σας διάβασα προηγουμένως κι όσα θα διαβάσω παρακάτω, υπάρχουν ενσωματωμένες φράσεις από το βιβλίο. Δεν θεωρώ όμως χρήσιμο να αναφέρω κάθε φορά τις αντίστοιχες παραπομπές και να διευκρινίζω ποια πράγματα είναι του Παναγιώτη και ποια όχι. Νομίζω πως γίνεται εύκολα αντιληπτό : η διαφορετική ποιότητα του λόγου είναι εμφανής. Κλείνει η παρένθεση και συνεχίζω).

2) Ούτε είναι πολιτικός συγγραφέας ο Χατζημωυσιάδης, μόνο γιατί περιγράφει τη σκληρότητα της ταξικής κοινωνίας και τη ζοφερή κατάσταση των σύγχρονων εργασιακών σχέσεων : το άγχος για να βρει κανείς δουλειά, την ανάγκη του «μέσου» για να μπει σε μια δουλειά (σελ. 44), το ξεζούμισμα στη δουλειά (σελ. 103), τον ασφυκτικό έλεγχο του προϊσταμένου και την ταπείνωση του υφισταμένου (σελ. 50), τον εξευτελισμό της εργαζόμενης γυναίκας, που φτάνει μέχρι την άσκηση σεξουαλικής βίας πάνω της (σ. 130-131), το σκληρό ανταγωνισμό με τους συναδέλφους (σελ. 139 και 180 και 211), τους κάθε είδους συμβιβασμούς (σ. 120 και 62), την εργασιακή ανασφάλεια (στην εποχή Σημίτη είχε εφευρεθεί ο όρος «απασχολήσιμος», ο Χατζημωυσιάδης χρησιμοποιεί τον όρο «αντικαταστάσιμος», σελ. 104), την αγωνία για την πιθανή απόλυση (είναι πολύ ευρηματική η σκηνή όπου τρεις υπάλληλοι περιμένουν έξω από το διευθυντικό γραφείο με το φόβο ότι κάποιος, -με το α μπε μπα μπλομ- θα χάσει τη δουλειά του (σελ. 42-43), την απόγνωση μπροστά στο φάσμα της ανεργίας (σελ. 55).

3) Κι ούτε ακόμα θεωρώ πως είναι πολιτικός συγγραφέας ο Χατζημωυσιάδης, μόνο γιατί είναι διάχυτη σε όλο το μυθιστόρημα η έγνοια και η αγωνία του για την οικολογική κρίση, για το πευκοδάσος που κάηκε και τις μεζονέτες που φύτρωσαν στη θέση του (σελ. 39), για τα μπαζωμένα ρέματα και τις πλημμύρες (σ. 154 και 167) και κυρίως για τις κλιματικές αλλαγές (σ. 115), με την αύξηση της θερμοκρασίας, τη μείωση των βροχοπτώσεων, τη λειψυδρία, τους απανωτούς καύσωνες (σ. 200-201), την ερημοποίηση (σελ. 14). (Θυμίζω, επ’ ευκαιρία, ότι προχθές γιορτάσαμε για μια ακόμη φορά την παγκόσμια ημέρα για το περιβάλλον, με την παγκόσμια βέβαια ελληνική πρωτοτυπία το Υπουργείο Περιβάλλοντος να είναι και Δημοσίων έργων). Ο πολιτικός συγγραφέας, ακόμη και σ’ αυτό το λογοτεχνικό κείμενο, βρίσκει την ευκαιρία να επισημάνει ότι τα φαινόμενα αυτά δεν είναι φυσικά, αλλά οφείλονται σε ανθρώπινες δραστηριότητες (σελ. 189), ότι κοινωνικοπολιτικές είναι αιτίες της καταστροφής του περιβάλλοντος και ότι κοινωνικοπολιτικές αλλαγές απαιτούνται για την αντιμετώπισή της (σ. 202).

4) Κι ούτε όμως είναι πολιτικός συγγραφέας ο Χατζημωυσιάδης, μόνο γιατί ασκεί καταλυτική κριτική στο ρόλο της τηλεόρασης, με τις επεξεργασμένες ειδήσεις που μεταδίδει (σ. 51), με την εικονική πραγματικότητα που δημιουργεί (σ. 192), με τα αποχαυνωτικά πρωινάδικα και τα μεσημεριανά κουτσομπολιά που σερβίρει (σ. 160), με τον εξευτελισμό των ανθρώπων στα ριάλιτι (σ. 161), αλλά και τον εξευτελισμό των τηλεθεατών, που γελάνε «με τα χάλια του κόσμου» (σ. 217), με το αδίστακτο κυνήγι της τηλεθέασης (σ. 214), με τη διαπλοκή της με οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα (σ. 98).

(Τρίτη παρένθεση : θεωρώ περιττό να επισημάνω πως όλα τα παραπάνω ζητήματα δεν περνούν στο βιβλίο σαν κομματικό μανιφέστο ή συνδικαλιστική μπροσούρα ή ανακοίνωση οικολογικής οργάνωσης, αλλά μεταπλασμένα λογοτεχνικά, με τρόπο λιτό, χωρίς ίχνος διδακτισμού ή καταγγελτισμού, με ύφος απλό και ήθος ανάλογο μ’ αυτό του συγγραφέα).

5) Πάνω από όλα, λοιπόν, υποστηρίζω ότι :

- Ο Χατζημωυσιάδης είναι πολιτικός συγγραφέας, (και) γιατί μας αποκαλύπτει το πρόσωπο της σύγχρονης σκληρής και ανταγωνιστικής κοινωνίας, το αποκρουστικό «πρόσωπο της δύναμης και της εξουσίας» : «ένα πρόσωπο που εκδηλώνει τα συναισθήματά του με ελεγχόμενες συσπάσεις μυών, καθρέφτης ενός και μόνο νοήματος κάθε φορά, ανάλογου με την περίσταση, κι αυτό προϊόν λογικής επεξεργασίας» (σ. 110-111).

- Είναι ακόμα πολιτικός συγγραφέας, γιατί περιγράφει εύστοχα την κρίση της σημερινής οικογένειας : δεν είναι μόνο η γκρίνια, οι σκληρές κουβέντες που ανταλλάσσει το αντρόγυνο (σ. 77), η επίρριψη των ευθυνών από τον ένα στον άλλο, η συζυγική απιστία, το διαζύγιο (σ. 215). Έχουν προηγηθεί -κι ίσως αυτό είναι το πιο βασικό- η αδιαφορία του ενός για τον άλλο, που πονάει πιο πολύ κι από την γκρίνια, γιατί «άλλο να ενοχλεί κάτι στην ύπαρξή σου κι άλλο να αγνοείται η ύπαρξή σου» (σ. 166), η αποξένωση των δυο ανθρώπων, που κάποτε αποφάσισαν να ενώσουν τις ζωές τους και που τώρα είναι «δυο αντικρινές σιωπές» (σ. 160), η παραίτηση από την προσπάθεια να σωθεί η συντροφική σχέση (σ. 81). Όλα αυτά δεν είναι απλώς ζήτημα καλών ή κακών ανθρώπων. Κοινωνικές είναι συνήθως οι αιτίες, που προκαλούν τις οικογενειακές κρίσεις : η οικονομική ανέχεια κάποιες φορές, οι εξαντλητικοί ρυθμοί της σύγχρονης ζωής κάποιες άλλες (σ. 166), το πρεσάρισμα στη δουλειά πολύ συχνά (σ. 73).

- Είναι πολιτικός συγγραφέας ο Χατζημωυσιάδης (και) :
* γιατί παρουσιάζει δραματικά την αφόρητη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου μέσα στην ερημιά του πολυάνθρωπου πλήθους (σ. 175)
* γιατί μιλάει σπαραχτικά για την ανώφελα σπαταλημένη μας ζωή, που πέρασε μαζεύοντας τις μπάλες, σ’ ένα γήπεδο, όπου δεν παίξαμε ποτέ (σελ. 56-58)
* γιατί περιγράφει εύστοχα τον κατακερματισμό του κοινωνικού ιστού και τη διάρρηξη των ανθρώπινων σχέσεων
* γιατί εντοπίζει καίρια τα αδιέξοδα της εποχής μας και τις κοινωνικές αιτίες που τα δημιουργούν και κάνουν την ψυχή του ανθρώπου «ξερότοπο» (σ. 208) και τον ίδιο «άδειο από σκέψεις, άδειο από αισθήματα, άδειο από αναμνήσεις. Άδειο από τον αληθινό του εαυτό».
Ο Χατζημωυσιάδης μας θυμίζει πως δυστυχώς τα πράγματα δεν έρχονται πάντα όπως τα υπολογίζουμε και συνήθως ούτε όπως τα θέλουμε (σ. 89). Χίλιοι δυο άλλοι παράγοντες, έξω από εμάς, τα επηρεάζουν. Το άγχος της επιβίωσης, οι ψεύτικες ανάγκες που δημιουργεί η διαφήμιση, το κυνήγι της επιτυχίας και του χρήματος, οι ποικίλοι ανταγωνισμοί, μυλόπετρες είναι όλα αυτά, που μας αλέθουν και μας κάνουν αναλώσιμους (σ. 212) : «Καιρός του σπείρειν και καιρός του θερίζειν, καταπώς το λέγανε ωραία οι παλιοί. Προσέξτε όμως. Δεν θα είναι ο καιρός το θέρισμά μας. Εμείς θα είμαστε τα θερίσματά του. …» (σ. 206).
- Είναι, τέλος, πολιτικός συγγραφέας ο Χατζημωυσιάδης, γιατί προφητεύει και προειδοποιεί πως αν συνεχιστεί η ίδια κατάσταση, αν δεν υπάρξει μια αναστροφή της πορείας, οι άνθρωποι θα ζήσουν, -αν ζήσουν,- σε έναν εφιαλτικό κόσμο, αλλαγμένοι (ή μάλλον μεταλλαγμένοι) και οι ίδιοι για τα καλά «Και από έξω και από μέσα. Σαν τις σαρδέλες, όταν τις παστώνουν με χοντρό αλάτι και τις κλείνουν σε κονσέρβες. Παστωμένη σε κονσέρβες η ζωή τους, συντηρημένη μούμια η ψυχή τους, φορεμένη πανοπλία το σώμα τους, κολλημένη μάσκα το πρόσωπό τους και δυο γυάλινοι σβόλοι στερεωμένοι στα μάτια τους». (σ. 187-188)

Γι’ αυτό, λοιπόν, είναι, κατά τη γνώμη μου, πολιτικός συγγραφέας ο Χατζημωυσιάδης : Γιατί οι ιστορίες που μας αφηγείται, είναι σαν τα παραμύθια που λέει ο πατέρας στην κόρη: του ξύπνου, του ξύπνου και όχι του ύπνου (σελ. 19)».

Η αξία του βιβλίου
Μετά από όλα τα παραπάνω νομίζω πως είναι αυτονόητη η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα που θέσαμε στην αρχή ( «Γιατί θα άξιζε να διαβάσει κανείς το “Παραμύθι του ύπνου”»;).
Όχι, πάντως, γιατί είναι ένα ευχάριστο βιβλίο. Που θα σου φτιάξει τη διάθεση και θα σε κάνει να χαλαρώσεις ή να ξεχαστείς. Που θα σε μεταφέρει στον ψεύτικο κόσμο των ιλουστρασιόν περιοδικών και των τηλεοπτικών διαφημίσεων.
Είναι ένα σκληρό μυθιστόρημα το «Παραμύθι του ύπνου». Κι ένα πικρό μυθιστόρημα.. Είναι όμως ένα βιβλίο, που για όποιον έχει μάτια να δει και αυτιά να ακούσει, μπορεί να τον στρέψει σε μια πορεία αυτοσυνειδησίας. «Δεν είναι άλλωστε και τόσο άγνωστες οι ιστορίες που μας αφηγείται. Απλώς παραλλαγμένες. Τόσο παραλλαγμένες, που από τη μια να εξασφαλίζεται η αναγκαία απόσταση κι από την άλλη να επιτυγχάνεται η επιθυμητή ταύτιση» (σελ. 10).
Μερικές φορές με τα έργα των άλλων, μετράμε τους ίδιους τους εαυτούς μας.
Το μυθιστόρημα του Παναγιώτη μπορεί να είναι ένα τέτοιο μέτρο.

- Μπορεί να μας ανοίξει τα μάτια να δούμε κατάματα τον εαυτό μας, χωρίς φτιασίδια και δικαιολογίες. Αρκεί, όταν κάνουμε απολογισμό σαν τον ήρωα του βιβλίου : «Με τη δουλειά όλα καλά. Με την οικογένεια όλα καλά. Με το καινούργιο σπίτι όλα καλά. Με την καριέρα όλα καλά.
Στην ερώτηση : Πρόβλημα; Εεεε, ποιο πρόβλημα;
Να μην απαντήσουμε όπως αυτός :
Πρόβλημα; Εεεε, κανένα πρόβλημα» (σελ. 27),
αλλά να ομολογήσουμε πως υπάρχει πράγματι πρόβλημα!

- Μπορεί ακόμη να μας υποψιάσει η ιστορία του βιβλίου για τα ουσιώδη του βίου : Μήπως π.χ. στο καινούργιο σπίτι που χτίζουμε και μας βγαίνει η ψυχή να το τελειώσουμε (σ. 87), απλώς «βρίσκουμε χώρο να φιλοξενήσουμε τα οικογενειακά μας αδιέξοδα, βρίσκουμε δικαιολογία να συγχωρήσουμε τους ποικίλους συμβιβασμούς μας, βρίσκουμε λόγο να συνεχίσουμε την άδεια μας ζωή»; (σ. 90).

- Ή μπορεί να μας προβληματίσει και να αναρωτηθούμε : Αξίζει π.χ. να αφήσει κανείς τη γυναίκα και το παιδί του, που τους είχε τάξει κυριακάτικη εκδρομή, να περιμένουν, για να πάει παρέα στο γήπεδο με το διευθυντή (σ. 135-136); Ή αξίζει να θυσιάσει την ηθική του ακεραιότητα και την επιστημονική του αξιοπιστία για την επαγγελματική επιτυχία (σ. 130);

- Το αφήγημα του Παναγιώτη μπορεί επίσης να μας χτυπήσει το καμπανάκι ότι δεν χρειάζεται να είναι μια συνεχής αναβολή η ζωή μας (σ. 171) για ένα καλύτερο μέλλον, που ίσως ποτέ δεν θα ‘ρθει, μια καθημερινή «ρημάδα συνήθεια» χωρίς καμιά έκπληξη (σ. 34), μια διαρκής προθέρμανση για ένα ματς, όπου ίσως δεν θα παίξουμε ποτέ. Το παιχνίδι ήδη έχει αρχίσει. Τώρα πρέπει να μπούμε στο γήπεδο.

- Μπορεί να μας κάνει, τέλος, να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν υπάρχουν ατομικές λύσεις στα προβλήματα, να νιώσουμε την ανάγκη να ξαναφτιάξουμε φιλίες, να ρίξουμε γέφυρες, να ανοιχτούμε με εμπιστοσύνη στον άλλο, να εκφράσουμε ελεύθερα τη βαθιά μας ανάγκη για ανθρώπινη επαφή, να καταδεχτούμε τη συμπαράσταση των διπλανών μας, να δείξουμε την αλληλεγγύη μας.

Επίλογος
Τελειώνω, επιχειρώντας να προσθέσω κάποια ζωηρόχρωμη πινελιά στον όντως σκοτεινό καμβά, με μια ιστοριούλα για την αξία αυτής της αλληλεγγύης και συντροφικότητας μεταξύ των ανθρώπων, που διάβασα πρόσφατα, όπως και το «Παραμύθι του ύπνου» τελειώνει μ’ ένα τρυφερό, αισιόδοξο παιδικό τραγουδάκι, την Περπερούνα, αφήνοντας μια μικρή ηλιαχτίδα να φωτίσει τη σκοτεινιά της ζωής μας, μια σταγόνα δροσιάς να πέσει στη μέσα μας Αλμυρά Έρημο.
Πέθανε κάποιος κι ο άγγελός του τον οδήγησε στην Κόλαση. Δεν είχε σκοτάδι ούτε ζέστη, όπως θα περίμενε κανείς. Ακουγόταν ωραία μουσική κι ένα πλούσιο τραπέζι ήταν στρωμένο, μ’ όλα του κόσμου τα καλά επάνω. Μόνο που οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να φάνε, γιατί τα χέρια τους ήταν πάρα πολύ μακριά κι έτσι δεν είχαν τη δυνατότητα να βάλουν το φαγητό στο στόμα τους. Ύστερα ο άγγελος πήγε τον ίδιο άνθρωπο στον Παράδεισο. Κι εδώ φως και δροσιά. Κι εδώ ωραία μουσική. Κι εδώ στρωμένο το τραπέζι με μπόλικα φαγητά. Κι εδώ οι άνθρωποι με πολύ μακριά χέρια. Όλα ίδια, όπως στην Κόλαση. Μόνο που εδώ οι άνθρωποι μπορούσαν κι έτρωγαν. Γιατί ο ένας τάιζε τον άλλο.

Θέμης Αχτσιόγλου, εισήγηση που εκφωνήθηκε στο Δημοτικό Μέγαρο Γιαννιτσών στις 7-6-08

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2007

Καλά μόνο να βρεις






Καλά μόνο να βρεις, Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, Νουβέλα, σελ. 109, εκδ. Κέδρος, Νοέμβριος 2006


Πόσα ψέματα χωράει η αλήθεια σου, πόσες λεηλασίες αντέχει το κορμί σου, πόσα γκάζια σηκώνει το αυτοκίνητό σου, πόσο αίμα ρουφάει η ευημερία σου, πόσες κραυγές πιάνει το αυτί σου, πόσες αναπνοές μετράει η ανάσα σου και πόσες αλήθειες χωράει το ψέμα σου, αν θέλεις καλά μόνο να βρεις; Προς αναζήτηση απάντησης στη σκιερή πλευρά της νεοελληνικής πραγματικότητας.







Β Ι Β Λ Ι Ο Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Η



Οι εγχώριοι ξένοι εναντίον των ξένων-ξένων


Η συζήτηση βοηθούντος και του ηπειρώτικου τσίπουρου άναψε στην ταβέρνα του Ανταίου. Ήταν μία μετά τα μεσάνυχτα, ο υψηλός προσκεκλημένος, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, είχε αποχωρήσει, όταν κάποιους από τους συμποσιαζόμενους, Ηπειρώτης συγγραφέας αναφέρθηκε στα λογοτεχνικά βιβλία της τελευταίας σοδιάς. Πολύ γρήγορα η παρέα χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα, που αντιμάχονταν με απόλυτο και παθιασμένο τρόπο (ένεκα και του οινοπνεύματος). Τα ίδια έργα, που άρεσαν στους μεν, οι άλλοι τα χαρακτήριζαν «όχι καλά». Για «ιεροσυλία» μιλούσαν οι πρώτοι, «σιγά την ιεροσυλία» απαντούσαν οι εικονοκλάστες. Η τρίτη άποψη, αυτή που έλεγε για την υποκειμενικότητα στην πρόσληψη, για τα ειδικά φίλτρα, τα γούστα κ.ά. ούτε που ακουγόταν εν μέσω του στιγμιαίου ορυμαγδού. Αίφνης, η παρέμβαση της μουσικής κομπανίας κατεύνασε άμεσα τα πάθη. Η ανάκληση πιο ισχυρών και βιωμένων παθών, απώθησε τα σύγχρονα «ψευτοπάθη»και τις επιφανειακές διανοητικές τρεμούλες. Το εξ Αργυροκάστρου συγκρότημα, τα μέλη του οποίου ήταν ένας ευτραφής τραγουδιστής, ένας μάλλον Αθίγγανος (εκπληκτικός) κλαριντζής και τρεις ακόμα, που ήδη είχαν λυθεί από το τρακ της παράστασης ενώπιον του υψηλού προσώπου, τώρα κελαηδούσαν. Ήδη είχαν αρχίσει οι παραγγελιές και τα χαρτονομίσματα σωρεύονταν όχι στο μέτωπο των οργανοπαικτών, αλλά στο τραπέζι. Οι «ξένοι»διασκεδάζοντες από την άλλη. Με τους δεύτεορυς να προσπαθούν να ρίξουν γέφυρες στην ξενότητα μέσω του λογοτεχνικού φαντασιακού, μέσω της ταύτισης με τον εντός τους ξένο εαυτό, μέσω της ανάκλησης της δικής τους παλιάς ξενότητας. Παρ’ όλα αυτά οι παλιοί και οι νέοι μετανάστες, οι δύο ξενότητες δεν ενώθηκαν ποτέ, παρά τις προσπάθειες αλλεπάλληλων κοινών «μεταφορών». Ξένοι ήρθαμε, ξένοι φύγαμε. Ξένοι και μεταξύ μας.
Τα γράφω όλα αυτά με αφορμή ένα πραγματικό γεγονός που συνέπεσε με την ανάγνωση του βιβλίου (νουβέλα) του Παναγιώτης Χατζημωυσιάδη «Καλά μόνο να βρεις» (Κέδρος). Ο τίτλος και μόνο μου θύμισε τον Σωτήρη Δημητρίου. Αλλά ο Χατζημωυσιάδης, αν και χρησιμοποιεί το ίδιο περίπου στυλ, όχι την ίδια γλώσσα, αλλά σχεδόν τον ίδιο «ήχο», εντούτοις διαφέρει ριζικά από τον Δημητρίου γιατί είναι πιο σύγχρονος. Αλλά τι σημαίνει πιο «σύγχρονος»; Και ο θαυμάσιος Δημητρίου σύγχρονος είναι, αλλά αποπνέει τη νοσταλγία του κοινοτισμού (τον «αγαθοκομουνισμό» όπως λέει ο ίδιος), ή καλύτερα μεταφέρει αναβιώσεις του χαμένου κοινοτισμού της ελληνικής κοινωνίας. Ο Χατζημωυσιάδης όμως είναι άνθρωπος της πόλης, του σύγχρονου αστισμού, που αναπτύσσεται είτε στην μικρή πόλη της επαρχίας είτε στη Θεσσαλονίκη. Ο κοινοτισμός του τελευταίου εξάγεται μόνο ως γλωσσικός ήχος και τίποτ’ άλλο. Ο συγγραφέας εκκινεί πρώτα από την «αποξένωση» των γηγενών από τον εαυτό τους, από τις «δεύτερες σκέψεις». Ο στρατιώτης που θα σκοτώσει μετανάστες, τους «κακόμοιρους Κούρδους», δεν θα σκεφθεί «ούτε τι έκανα ούτε γιατί το έκανα». Ύστερα η περιγραφή της… αντιρατσιστικής ελληνικής κοινωνίας: «Ο πατέρας του (σ.σ. στρατιώτη) το πρωί μεροκάματο στην οικοδομή, το βράδυ να ξενογαμάει Ρωσίδες, η μάνα του να κοιμάται με αρντάν, όλο στις φάπες και στο χέσιμο στο σχολείο, η πρώτη γκόμενα απ’ τον Βαρδάρη, κλείσ’ τον εδώ μέσα, βούρλισέ του το μυαλό με “χτυπώ, επαναχτυπώ”, φόρεσέ του ένα δυο γαλόνια να ’χει να περηφανεύεται, δώσ’ του κι ένα λόχο να τον τρέχει, και να δεις μετά… ύστερα βόλτα στην παραλία, το βράδυ στο κωλόμπαρο, κι η κυρά στο σπίτι να χαίρεται με τα τηλεπαιχνίδια. Ήσυχη ζωή, στρωμένη. Φτηνή ξεφτηνή, αυτή είναι. τη ζεις και τελείωσε, ούτε ψαξίματα ούτε μπερδέματα ούτε πολλά πολλά… Δήθεν μάγκας, τάχατες έξυπνος, σάμπως πιο πάνω…».
Από τον αποξενωμένο από τον εαυτό του ντόπιο, από αυτόν τον εγχώριο ξένο, οδηγούμαστε στην άλλη πλευρά, στον «ξένο-ξένο», στη «Νατάσα», στα σάπια κρέατα», τους λαθρομετανάστες του φορτηγού ψυγείου. Εδώ η αγαθή ευχή των οικείων «καλά μόνο να βρεις» φυλακίζεται σε περίκλειστα διαμερίσματα, ποδοπατιέται από αστυνόμους-νταβατζήδες, ξεσκίζεται μαζί με την παρθενία από πλούσιους πελάτες και καταλήγει λιωμένη στον ακάλυπτο μαζί με το κορμί της κάθε δυστυχισμένης νΑτΑσΑς, όνομα συνώνυμο της πόρνης, της κάθε κοπέλας που ξεγελάστηκε από τις προτροπές των «εμπόρων» και την ευχή! Αυτό είναι και το πιο σπαραχτικό από τα μέρη της σπονδυλωτής αφήγησης του Χατζημωυσιάδη: «νΑτΑσΑ, όπως φωνάζει εμένα το σώμα μου… νΑτΑσΑ, όπως κλαίει εμένα η ψυχή μου…».
Ύστερα, το μπαλάκι πάλι στους από εδώ, στον απολυμένο στρατιώτη που είναι τώρα δικηγόρος και γυρεύει επί ματαίω να ικανοποιήσει τα όνειρά του. Να ’ναι λέει δικηγόρος για υποθέσεις της Διεθνούς Αμνηστίας, να «συντάσσει εκθέσεις για τους δικηγόρους χωρίς σύνορα». Αλλά η ματαίωση ματαίωση και όλα γίνονται «ένα στοίχειωμα από λέξεις και εικόνες και σχέσεις, κληρονομιά αιώνων και αιώνων επανάληψης που ανακατώνει τρεις κουταλιές δίκαιο, δύο μεζούρες φιλανθρωπία και μία δόση αισθητική σε λίτρα και λίτρα από αδικίες που κοχλάζουν, και από το πολύ ανακάτεμα στο τέλος ένα χυλωμένο μείγμα με απροσδιόριστα υλικά, έτσι που η πολιτική να γίνεται ζήτημα ηθικολογίας, το όραμα να γίνεται άλλοθι της πραγματικότητας και η διεκδίκηση να γίνεται ικεσία»! Ο μηχανισμός της αλλοτρίωσης και της αποχαύνωσης, της habitat, της δύναμης της συνήθειας, των μικρών ανεπαίσθητων εκπτώσεων που οδηγούν στη… «στρωμένη (σ.σ. για ύπνο) ζωή». Μετά το ματαιωμένο δικηγόρο, ο αστυνόμος-νταβατζής κι ύστερα πάλι τα «σάπια κρέατα», οι μετανάστες.
Ο τρόπος της διαπραγμάτευσης του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη παραπέμπει στα δύο προλεταριάτα, στο εσωτερικό και το εξωτερικό προλεταριάτο, όπως τα είχε διαχωρίσει ο ιστορικός Τόυνμπη. Έχει αποδειχθεί ότι το «εσωτερικό προλεταριάτο» είναι ο πιο απηνής διώκτης του «εξωτερικού», διότι το δεύτερο λειτουργεί ως αγχογόνο αντικείμενο για το πρώτο, του θυμίζει δηλαδή τη δική του προηγούμενη κατάσταση, τη δική του ξενότητα. Συγχρόνως, το εξωτερικό προλεταριάτο σπρώχνει προς τα πάνω στην κοινωνική κλίμακα το εσωτερικό, που εκμεταλλεύεται το πρώτο. Να, λοιπόν, ένα θαυμάσιο έργο τόσο ως προς τη λογοτεχνικότητα όσο και ως προς την κοινωνική του στόχευση. Δηλαδή ένα έργο που αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία ως αμφισβήτηση της κάθε λογής εξουσίας (ακόμη και αυτής των εγχώριων «φτωχών») και δεν είναι ακόμη (με όρους μόνο αισθητικής) τεχνο-λογία της εξουσίας, όπως θα έλεγε και ο Σαΐντ.


Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου, ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΒΡΑΔΥΝΗ, 23.12.2006





Καλά μόνο να βρεις

Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης ανήκει στη νέα γενιά των πεζογράφων μας. Αν και γεννημένος το 1970, μόλις το 2005 κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο. Δηλαδή, στα 35 του χρόνια. Θα έλεγα πως η πρώτη του εμφάνιση, για τα δεδομένα της εποχής μας όπου όλα γίνονται κάτω από την πίεση του χρόνου και της ταχύτητας, είναι μάλλον καθυστερημένη.
Αλλά ο αναγνώστης εκείνης της συλλογής διηγημάτων –«Τρεις μνήμες και δύο ζωές» (εκδ. Μεταίχμιο)- μπορεί εύκολα να κατανοήσει το γιατί ο συγγραφέας της κάνει με αυτή την καθυστέρηση την εμφάνισή του. Θέματα από την ιστορία, αλλά και από την καθημερινότητα. Τα πρώτα απαιτούν μια βιωματική γνώση των γεγονότων του χτες, τα δεύτερα ζητούν μια ώριμη κατανόηση των συνθηκών του σήμερα. Και βέβαια είναι η γλώσσα. Μια γλώσσα πυκνή, έντονα δουλεμένη. Λέξεις που αισθάνεσαι πως διόλου τυχαία δεν επελέγησαν. Φράσεις που υποψιάζεσαι τον κόπο που χρειάστηκε για να δημιουργηθούνε. Θεματική και γλώσσα, λοιπόν, που δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται και τόσο ούτε για την γρήγορη ανάγνωση, μήτε και για την πλατιά αναγνώριση.
Παρόλα αυτά, ο τροχός της συγγραφής είχε ξεκινήσει –ή πιο σωστά, για να στηρίζομαι σε ότι έχω διαβάσει- το μεράκι της έκδοσης έχει πια ενεργοποιηθεί. Κι έτσι, δυο χρόνια αργότερα, βλέπει το φως στις βιτρίνες και στους πάγκους των βιβλιοπωλείων το δεύτερο βιβλίο –«Καλά μόνο να βρεις».
Ο συγγραφέας του με συνέπεια ως προς τον αναγνώστη του και ήθος ως προς τη λογοτεχνική δομή, το ονομάζει νουβέλα –αλλά, αλήθεια, ποιος διαβάζει νουβέλες στις μέρες μας, μέρες των πολυσέλιδων μυθιστορημάτων; Άρα ο νέος συγγραφέας εξακολουθεί να υποστηρίζει πως μήτε την εύκολη ανάγνωση επιζητεί, μήτε την πλατιά αναγνώριση. Νουβέλα, πράγματι είναι. Αλλά παράλληλα κρατά και τις πρακτικές γραφής και σύνθεσης του διηγήματος.
Επτά τα κεφάλαια, τρία τα κεντρικά πρόσωπα.
Από τα τρία, αν πρέπει να θεωρήσουμε ένα το κεντρικό πρόσωπο, νομίζω πως θα πρέπει να επιλέξουμε εκείνο που δίνει τελικά και το στίγμα του όλου έργου. Το στίγμα είναι οι ενοχές. Οι ενοχές ενός σύγχρονου νέου άντρα που δίχως να το καταλάβει –ανεπαισθήτως όλως– συμβιβάζεται και ξεχνά τα όνειρα της πρώτης νεότητάς του. Αυτός ο νέος άντρας και το κεντρικό πρόσωπο. Δικηγόρος το επάγγελμα. Αφημένος μέσα στο ισοπεδωτικό μποτιλιάρισμα μιας πόλης, αφημένος μέσα στην ψυχική νάρκη μιας πιθανής επαγγελματικής επιτυχίας. Αυτό το κεντρικό πρόσωπο του έργου, μόνο μια φορά θα συναντήσει το δεύτερο πρόσωπο της νουβέλας και καμιά το τρίτο. Το δεύτερο πρόσωπο, άντρας κι αυτός. Κούρδος οικονομικός πρόσφυγας. Η στιγμή που θα συναντηθεί με τον νεαρό δικηγόρο θα είναι και η απόλυτα καθοριστική για τη ζωή του. Το τρίτο πρόσωπο, μια γυναίκα. Από τη Ρωσία αυτή, κι αυτή θύμα της οικονομικής ανάπτυξης, σαπίζει σε φτηνά δωμάτια ξενοδοχείων.
Ο Κούρδος κι η Ρωσίδα θα συναντηθούνε –ο αναγνώστης κάτι απλώς μαθαίνει για τις συναντήσεις, κάποιους μονολόγους τους ακούει. Αλλά περισσότερο ως ωτακουστής, ως παρατηρητής στιγμών της προηγούμενης ζωής τους και κάποιων σκέψεων που ο ένας απευθύνει στην άλλη. Ο αναγνώστης τον νεαρό δικηγόρο βασικά παρακολουθεί, με αυτόν θέλει ο συγγραφέας να ταυτιστεί, με τις δικές του ενοχές να ενεργοποιηθεί. Γιατί το έργο όλο είναι μια κραυγή κι έχει δύο θύματα και ένα θύτη-θύμα. Μια ιστορία που ξετυλίγεται άλλοτε προς τα μπροστά κι άλλοτε προς τα πίσω. Που άλλοτε υλοποιείται με μονολόγους κι άλλοτε με διάλογους. Με τριτοπρόσωπες αναφορές. Και σκληρές αφηγήσεις συμβάντων.
Ένα κείμενο –νουβέλα, πολύ σωστά– που θέλει να μιλήσει για τη μοίρα αυτών που κυνηγούνε το λάθος όνειρο –το κυνηγούνε είτε σπρωγμένοι από την ανάγκη, είτε από την παραπλάνηση. Αλλά κάποιοι οφείλουν τη μοίρα να την παίρνουν στα χέρια τους.
Κάποιοι; Ή μήπως όλοι;
Ο Π. Χ. αποφάσισε να γράψει ένα πολιτικό λογοτεχνικό κείμενο. Και ακριβώς επειδή είναι γνήσια πολιτικό, είναι και γνήσια ανθρώπινο. Διαβάζεις και μυρίζεις τον ιδρώτα, το αίμα, το σπέρμα. Διαβάζεις και συγκινείσαι, θυμώνεις, επαναστατείς.
Διαβάζεις και αυτοενοχοποιείσαι. Σαφέστατα οι χαρακτήρες και τα συμβάντα, θα μπορούσαν μέσα σε μια άλλη φόρμα γραφής και σύνθεσης να είχαν γίνει ένα πλούσιο -σε σελίδες, εννοώ- μυθιστόρημα. Αν δεχτούμε πως ο συγγραφέας επέλεξε αυτή τη ελλειπτική μορφή γιατί αισθάνθηκε πως δεν είναι ακόμα έτοιμος για να προχωρήσει στις τοιχογραφίες των μυθιστορηματικών συνθέσεων, θα πρέπει να τον συγχαρούμε για το ήθος με το οποίο αντιμετωπίζει το αναμφισβήτητο ταλέντο του. Αν δεχτούμε, πάλι, πως η επιλογή αυτής της μορφής έγινε γιατί ίσως έτσι η αφηγούμενη ιστορία αποκτά μια κινηματογραφική αφηγηματικότητα, που ίσως αρμόζει και στο κλίμα της εποχής μας, τότε θα πρέπει να τον συγχαρούμε γιατί κατάφερε να τιθασεύσει το πάθος του. Με άλλα λόγια πέτυχε. Το στόχο του.
Για μένα ο στόχος αυτός –ως προς την απόλυτα λογοτεχνική του υπόσταση- είναι να πει κάτι καθημερινό με τρόπο εντελώς προσωπικό.
Μάνος Κοντολέων 05/2007, manoskontoleon2.blogspot.com





Η φιλοσοφία του εγκλεισμού

Με τη δεύτερη, μετά το Τρεις μνήμες και δύο ζωές, εμφάνισή του, ο πεζογράφος Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης συνεχίζει την περιπλάνησή του τώρα στη σύγχρονη εποχή. μια εποχή, που κρίνεται βάσει δεδομένων ρατσιστικών συμπεριφορών, που άλλο δεν έχουν να κάνουν από το να εκμεταλλεύονται τον πόνο, τη φτώχεια, τον ξεριζωμό, την ανέχεια. Ο Χατζημωυσιάδης, γνήσιος πεζογράφος, αφουγκράζεται τη μικρότητα του κόσμου και καταθέτει πραγματικές ή φανταστικές ιστορίες εν σειρά, οι οποίες όμως συνθέτουν ολόκληρες σε νουβέλες. Κι αν το "φιλολογικό" τμήμα της ψυχής του συγγραφέα πολλές φορές έρχεται στο προσκήνιο πιέζοντας το λογοτεχνικό, αυτό πιστεύουμε πως θα διορθωθεί στη συνέχεια, όπως γίνεται και με άλλους νεοεμφανισθέντες, που έλκονται από την επαγγελματική τους ιδιότητα. Πράγματι, ακόμη κι αν ο φιλόλογος υπερισχύει του λογοτέχνη στα πρώτα δύο βιβλία του, αυτό φαντάζει ως μια υποθήκη για σωστό γράψιμο και καθαρή έκφραση, πράγματα που χαρακτηρίζουν τον συγγραφέα. Δυο νουβέλες λοιπόν έγραψε μέχρι σήμερα ο Χατζημωυσιάδης, που θα έπρεπε, βάσει της ποιότητάς τους, να έχουν καλύτερη τύχη.
Η παρούσα, με τον τίτλο Καλά μόνο να βρεις, αναλύεται σε διάφορα λογοτεχνικά στοιχεία, τα οποία όμως συμβάλλουν στη φιλοσοφία του εγκλεισμού: Στρατός, λαθρομετανάστες, λαθρέμποροι, και προπαντός άνθρωποι που άλλαξαν ριζικά τα πιστεύω τους προκειμένου να ζήσουν διαφορετικά. Κάνοντας αυτούς τους συνειρμούς, ο συγγραφέας βρίσκει πως ο ρατσισμός αποτελεί ένα από τα τελευταία, επώδυνα στάδια βιασμού, κι ακόμη ότι τίποτε δεν πρόκειται ν’ αλλάξει σ' αυτή τη ζωή, όπου οι βρώμικες συμπεριφορές ενίοτε συνοδεύονται και από μια δολοφονία. Ο λογοτέχνης συμπάσχει και στήνει μια σταθερή σχέση με όλα αυτά τα φαινόμενα, όπου άνθρωποι και ζώα έχουν την ίδια αξία. άνθρωποι χωρίς αντιστάσεις ή τουλάχιστον χωρίς τη δυνατότητα αντίστασης.
Όλα τα κομμάτια που συνέχουν τη νουβέλα είναι εξαιρετικά. Έμεινα όμως περισσότερο σε αυτό με το ψυγείο-νταλίκα, που μέσα του κουβαλά λαθρομετανάστες για να τους περάσει στην Ιταλία και οι οποίοι πεθαίνουν πριν φτάσουν στον προορισμό τους. Ενώ παράλληλα αναπτύσσεται ένας διάλογος, "φιλοσοφικού" περιεχομένου, μεταξύ των δύο λαθρεμπόρων, για τη ζωή, τον θάνατο και την ελευθερία. Βάζοντας τους ανθρώπους που κουβαλούν στην ίδια μοίρα με τα ζώα. πώς σφάζονται, πώς μεταφέρονται, πώς καταναλώνονται. Η φωνή του θανάτου όσων πρόκειται ν’ αποδημήσουν από το ψυγείο-νταλίκα είναι το πρόσωπο της κοινωνίας μας. Η ματιά του Χατζημωυσιάδη τραντάζει ευάλωτους τοίχους, για το πού έχει φτάσει σήμερα ο κόσμος για κάποια δολάρια. Επίσης μου έκανε εντύπωση η περιγραφή της έλευσης γυναικών από τη Ρωσία, οι οποίες προορίζονται να εκδοθούν, ενώ άλλα οι δύστυχες περίμεναν. Οι γυναίκες υφίστανται όλων των ειδών τους εξευτελισμούς, πρώτα και κύρια από κείνους που έπρεπε να τις προστατεύουν. Ο Χατζημωυσιάδης, καλά πληροφορημένος και με τα μάτια ανοιχτά, μας χαστουκίζει με την αφήγησή του, κυρίως γιατί απλώς υποθέτουμε ότι όλα αυτά είναι πια γεγονός. Άσχετα αν πέφτουν νεκρές από χέρι Κούρδου, ο οποίος σχεδόν τρελαμένος απ’ ό,τι τραβά η πατρίδα του, τις ρίχνει στο κενό. Κανένα πρόβλημα δεν υφίσταται για την αστυνομία και τις δικαστικές αρχές. Άλλωστε, ήταν μετανάστριες.
Είναι πολύ σκληρά τα βιβλία του Χατζημωϋσιάδη, γι’ αυτό χρειάζονται προσεκτικό διάβασμα. Ο ρατσισμός, βαθιά σφηνωμένος στον εγκέφαλο και στην ψυχή των ανθρώπων, δεν αφήνει περιθώρια για να αντιληφθούμε τα βασανιστήρια που οι "αόρατοι" υφίστανται, ώστε να πράγματα να διορθωθούν.
Χρίστος Παπαγεωργίου, Αυγή, 08/03/2007



Η δυναμική των μικροαφηγήσεων

Ο συγγραφέας και με το δεύτερο βιβλίο του βαδίζει το δημιουργικό αφηγηματικά μονοπάτι το οποίο διάνοιξε με το πρώτο του πεζογράφημα (Τρεις μνήμες και δύο ζωές, 2005):οι επιμέρους αφηγήσεις μικρής φόρμας εναρμονίζονται και συγκλίνουν προς ένα ενιαίο πεζογραφικό σύνολο.
Τα επτά μέρη του Καλά μόνο να βρεις αποτελούν θρυμματισμένες όψεις ενός σύνθετου αφηγηματικού συνόλου. και κατά τούτο έχει δίκιο ο συγγραφέας, όταν χαρακτηρίζει το κείμενο «νουβέλα».
Ο αγχωμένος και ψυχολογικά εγκλωβισμένος φαντάρος που μετεξελίχτηκε σε φέρελπι δικηγόρο, η νεαρή Ρωσίδα που ξέπεσε στην πορνεία, ο Κούρδος μετανάστης, ο μεσόκοπος αστυνομικός, τρυφερός μεν πατέρας αλλά και σε σωματεμπορία εμπλεκόμενος, ένας ακόμη κυνικός σωματέμπορος με νησίδες απρόσμενης θυμοσοφίας, συνδέονται και συγκροτούν τους άξονες της πλοκής.
Στις τέσσερις από τις επτά εξιστορήσεις η αφήγηση είναι κατά κύριο λόγο πρωτοπρόσωπο («νΑτΑσΑ», «Χιόνι», «Ζώντα ζα», «Σάπια κρέατα»).
Και στα επτά κεφάλαια του βιβλίου ευοδώνεται η συγγραφική προσπάθεια, κατά την οποία αξιοποιείται η μακρά σχετική παράδοση της πεζογραφίας μας που κορυφώνεται στις καταθέσεις του Θανάση Βαλτινού: το ύφος της αφήγησης συνταιριάζεται με το ήθος του λογοτεχνικού προσώπου που την εκφέρει και το λογοτεχνικό υλικό συγκροτείται από τη βιωμένη περιπέτεια του ήρωα-αφηγητή.
Παρόλο το δεύτερο ρηματικό πρόσωπο της εναρκτήρια μικροαφήγησης («Δεύτερες σκέψεις»), υποφώσκει το πρώτο πρόσωπο ενός εσωτερικού μονολόγου. Ο στρατιώτης-σκοπός νιώθουμε χωρίς δυσκολία ότι «συνομιλεί»με τον εαυτό του, ο αφηγηματικός χώρος δηλαδή καλύπτεται ως επί το πλείστον από συνειρμούς και σκέψεις του ήρωα και όχι από φράσεις που, σύμφωνα με την πεζογραφική σύμβαση, θα απηύθυνε προς ένα άλλο πρόσωπο της πλοκής. Οι δύο μικροαφηγήσεις στις οποίες πρωταγωνιστεί ο ίδιος άνθρωπος, αλλά ως νεαρός πια δικηγόρος («Pigman ή αλλιώς Η μοναξιά του σχοινοβάτη», «Κόκκινο φεγγάρι»), αρθρώνονται σε τρίτο γραμματικό πρόσωπο, στο πλαίσιο ίσως της προσπάθειας να αμβλυνθεί η απορρέουσα από την ανάγνωση αποδοχή του συγκεκριμένου ήρωα ως συγγραφικού alter ego.
Στο προηγούμενο βιβλίο του Χατζημωυσιάδη, τα επιμέρους αφηγηματικά τμήματα συγκροτούσαν μία οπτική διαχρονίας, εκκινώντας από τον ξεριζωμό των Ελλήνων της Μικρασίας, περνώντας από το εμφυλιακό και μετεμφυλιακό κλίμα και απολήγοντας στο σήμερα.
Στο Καλά μόνο να βρεις η οπτική είναι συγχρονική: οι ποικίλες γωνίες θέασης και τα αφηγηματικά θραύσματα είναι τα λειτουργικά κομμάτια μιας ενιαίας θεματικής μονάδας, που αγκαλιάζει το παρόν και, ενώ χρωματίζεται από εφιαλτικούς τόνους και από βιώματα θανάτου, δεν απεμπολεί τα ψήγματα αγωνιστικότητας και ανθρωπιστικά υγιούς αντίδρασης, η οποία κορυφώνεται στο «Κόκκινο φεγγάρι», το αφήγημα-επίλογο του βιβλίου.
Δημήτρης Κοκόρης, Εντευκτήριο, τ. 77, Ιούνιος 2007



Ρωσίδες, Κούρδοι και άλλα… «δεινά»

Καλά μόνο να βρεις – Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου: Ο τίτλος του βιβλίου του Παναγιώτης Χατζημωυσιάδη θυμίζει το βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου, που έκανε εντύπωση όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1993. Και οι ομοιότητες δεν σταματάνε εκεί, καθώς και τα δύο κείμενα καταπιάνονται με τους (λαθρο)μετανάστες που συγκεντρώθηκαν στη χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες.
Ο Δημητρίου βέβαια μιλούσε για την τύχη των Βορειοηπειρωτών, ενώ ο Χατζημωσιάδης αναφέρεται σε δύο περιπτώσεις αλλοεθνών που διασχίζουν κάθετα τη νουβέλα του. Από τη μία η μοίρα μιας νεαρής από τη Ρωσία που βρέθηκε στη χώρα μας και σταδιακά μετατράπηκε σε πόρνη. από την άλλη η πορεία των Κούρδων που περνάνε με κίνδυνο της ζωής τους τα σύνορα κι έπειτα φέρονται και άγονται από επιτήδειους διακινητές λαθρομεταναστών (συχνά αστυνομικούς) σε άθλιες συνθήκες, οι οποίες πολλές φορές τους οδηγούν σε έναν εφιαλτικό και απάνθρωπο θάνατο.
Ο τρόπος πραγμάτευσης του θέματος οφείλει πολλά στον εσωτερικό μονόλογο αλλά και στην προφορικότητα του διαλόγου. Εφτά αφηγήσεις, που εκ πρώτης όψεως προβληματίζουν για τη σύνδεσή τους, αποτελούν τον κορμό της νουβέλας: δεν είναι μόνο η οπτική γωνία των ξένων που βλέπουν με τη γεμάτη δέος και αναπόληση ματιά τους τα τεκταινόμενα, αλλά και η φωνή των αστυνομικών - διακινητών τους, που ωμά υπολογίζουν το κέρδος και τον αριβισμό τους σε μια κοινωνία που, όπως πιστεύουν, υπαγορεύει την απάτη, προκειμένου ο άνθρωπος να επιβιώσει. Πιο συχνή είναι η αφήγηση του Αλέξανδρου Δημητρίου (είναι τυχαίο το επώνυμο;), ο οποίος βίωσε τη λαθρομετανάστευση ως στρατιώτης στον Έβρο κι έπειτα ως ασκούμενος δικηγόρος που συναντά στη δικογραφία της περιπτώσεις ανθρωποκτονιών ρωσίδων ιερόδουλων και μεσανατολικών μεταναστών.
Η πολυτροπική αυτή κάλυψη του θέματος με τις μικρές δόσεις πλοκής, που άλλοτε χάνονται στα βιώματα και τα συναισθήματα κι άλλοτε ξεπηδούν ξαφνικά και συνέχουν το κείμενο, αποτελεί και το μεγάλο πλεονέκτημα του βιβλίου: διαφορετικές οπτικές γωνίες, που κοιτάζουν το θέμα συγκλίνοντας στο κέντρο του, διαφορετικές εκδοχές της ίδιας αλήθειας, που αποκαλύπτουν περιμετρικά τις ποικίλες πτυχές του. Και κάθε λόγος, πέρα από το ασθματικό συχνά τέμπο του, το οποίο ωστόσο δεν τον κάνει σκοτεινό και δυσνόητο, διατηρεί το ύφος του πομπού του: ο δικηγόρος, απηυδισμένος από τους ρυθμούς της μεγαλούπολης, η Ρωσίδα να αναπολεί την πατρίδα της και να κοιτάζει σαστισμένη τη ζωή που σταδιακά κατιόντως ανοίγεται μπροστά της, ο στυγνός προαγωγός αστυνομικός και ο εξίσου ρεαλιστής σε μια ζούγκλα-κοινωνία μεταφορές λαθρομεταναστών…
Γιώργος Περαντωνάκης, Διαβάζω, τ. 481, Ιανουάριος 2008




Το πρωτοπαρατήρησα σε λίστες ευπωλήτων, χωρίς να το έχω συναντήσει σε κριτικές εφημερίδων. Δεν ξέρω αν αυτό από μόνο του είναι ύποπτο ή όχι. Βρέθηκε ωστόσο η ευκαιρία να το διαβάσω και ανακάλυψα ότι δεν είναι ούτε εύκολο, για να διαβάζεται μαζικά, ούτε εύπεπτο, για να αποτελεί ανάγνωσμα του μετρό, αλλά ούτε και κακογραμμένο, για να μην ασχοληθεί μαζί του η κριτική. Μικροί εσωτερικοί μονόλογοι διαφορετικών αφηγητών που κερδίζουν με τον λαχανιαστό ρυθμό τους, χωρίς να γίνονται ακατάληπτοι, και με τη δύναμή τους να αποκαλύπτουν τις δαιδαλώδεις σκέψεις των φορέων τους. Το θέμα των λαθρομεταναστών, είτε πρόκειται για Κούρδους που καταλήγουν νεκροί κατά τη μεταφορά τους, είτε για Σλάβες που καταντούν πόρνες –έρμαια των καιροσκόπων που τις εκμεταλλεύονται, διατρέχει τις ετερόκλητες αφηγήσεις και συνέχει το φυγόκεντρο περιεχόμενό τους.

Πατριάρχης Φώτιος