Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης (Ν. Καρούζος)

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Ζώνη Πυρός





Ζώνη πυρός, Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, Συλλογή διηγημάτων, σελ. 109, εκδ. Μεταίχμιο, Οκτώβριος 2014



Πού βρίσκεται το σημείο επαφής ανάμεσα στη μοναχική περιπέτεια της γραφής και την κρίση της μέσης ηλικίας; Στο ατέλειωτο ερωτικό παιχνίδι των φύλων και στο υπαρξιακό άγος της φθοράς; Στη μνημονιακή διάλυση του κοινωνικού ιστού και στην αποκαθήλωση του ερωπαϊκού οράματος; Στην υπονόμευση των δημοκρατικών κατακτήσεων και στον φασισμό του νεοναζισμού; 
Ο συγγραφέας αναζητεί την απάντηση στη διακεκαυμένη ζώνη πυρός του παρόντος, όπου τα ίδια αρχέγονα ερωτήματα επανέρχονται πιο επιτακτικά.




Β Ι Β Λ Ι Ο Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Ε Σ

Η εσωτερική έρημος του εγώ
Tα κείμενα που συγκεντρώνει ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης στον ανά χείρας τόμο επιγράφονται «διηγήματα» αλλά στην πραγματικότητα κινούνται στη μεθόριο πεζογραφίας και λογοτεχνικού δοκιμίου. Η μυθοπλασία, η δράση και τα αφηγηματικά πρόσωπα μοιάζει να μην είναι για τον συγγραφέα κάτι παραπάνω από ένα ζωτικό πρόσχημα. Η μυθοπλασία είναι στοιχειώδης: ένα αχνό περίγραμμα γεγονότων που μετά βίας θα κατορθώσουν να πάρουν σάρκα και οστά. Η δράση εμφανίζεται επίσης με υποτυπώδη χαρακτήρα: πολλές φορές είναι δυσδιάκριτη, σε κάποιες περιπτώσεις δεν υπάρχει καν. Και τα αφηγηματικά πρόσωπα ωστόσο δείχνουν με τη σειρά τους ελάχιστα αναπτυγμένα: ιχνογραφήματα που αρνούνται επίμονα να παραπέμψουν σε ζωντανούς, χειροπιαστούς ανθρώπους. Αυτά αν εξετάσουμε τα κείμενα της συλλογής ως διηγήματα. Κι αν όμως τα δούμε ως δοκίμια, ως απόπειρες έστω μιας αποσπασματικής δοκιμιακής γραφής, τα συμπεράσματα που θα βγάλουμε δεν θα είναι ασφαλέστερα: οι ιδέες που κυκλοφορούν στις σελίδες τους δεν θα αποκτήσουν παρά σπανίως ενιαίο σώμα, τα όποια επιχειρήματα θα επιστρατευθούν για να τις υποστηρίξουν δεν θα ξεπεράσουν το επίπεδο της εικασίας, ενώ και η θεματογραφία θα παραμείνει εν πολλοίς πολυσυλλεκτική και διάσπαρτη.
Κι όμως ο Χατζημωυσιάδης δεν τελεί εν αμηχανία: δεν είναι προχειρογράφος, δεν χάνεται μέσα στο υλικό του, διασπαθίζοντας τις εικόνες και σπαταλώντας τις καταστάσεις του, και έχει πάντοτε - αυτό είναι το πιο βέβαιο απ' όλα - κάτι να πει. Σκέφτομαι πως η μεθοριακή μορφή των κειμένων του είναι πιθανόν να κάνει μεθοριακό και τον κόσμο στον οποίο καλούνται να ζήσουν οι ήρωές του: όπως τα διηγήματά του δεν ανταποκρίνονται επακριβώς ούτε στους όρους της λογοτεχνίας ούτε στους όρους του δοκιμίου, έτσι και οι πρωταγωνιστές του δεν καταφέρνουν επακριβώς ούτε να κλειδωθούν στο ιδιωτικό τους καβούκι ούτε να πάρουν την άγουσα για μια ζωή συντονισμένη με τους ρυθμούς και τις ανάγκες μιας κοινωνίας η οποία δοκιμάζεται καθημερινά από τις πολύχρονες αγκυλώσεις της: από την κρίση, που την πλήττει πολλαπλώς αλλά συνιστά ένα μόνο στοιχείο της κακοδαιμονίας της (ενδεχομένως όχι το πιο σημαντικό), από την πολιτικολογία και τον πολιτικαντισμό,  που καμία κρίση δεν είναι σε θέση να θεραπεύσει, από το δημοσιοϋπαλληλίκι, που θα αποδεσμεύσει τόνους απραξίας και απάθειας, από τις εθνικές και τις φυλετικές βεβαιότητες, που αναζωπυρώνονται συνεχώς, ανεβάζοντας κάθε φορά σε υψηλότερη κλίμακα την έντασή τους, αλλά και από τη συναφή αρχαιομανία και αρχαιολατρία, που δεν θα πετύχουν ποτέ, παρά τις αλλεπάλληλες δοξολογίες τους, να κρατήσουν άκοπο το νήμα της αρραγούς σύνδεσης με το θαύμα του παρελθόντος.
Πώς θα τα χειριστεί όλα αυτά ο Χατζημωυσιάδης; Μα εναλλάσσοντας προσεκτικά στις τρεις ενότητες του βιβλίου την τριτοπρόσωπη με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση (χωρίς να λείπει κάποτε από την τελευταία και μια παραληρηματική παράμετρος) και καταφεύγοντας άλλοτε στην ειρωνεία και στον σαρκασμό και άλλοτε στη μαύρη κωμωδία και στη λογοτεχνική παρωδία. Να σημειώσω ότι εδώ θα συναντήσουμε κατά τόπους και έναν υπόγειο διάλογο με το πολιτικό μυθιστόρημα και τη λογοτεχνία της δυστοπίας, ενώ το παρών θα δώσει και μια ατμόσφαιρα συγγραφικού εργαστηρίου όπου ο λογοτεχνικός γραφιάς θα αναμετρηθεί τόσο με τα διαθέσιμα μέσα ή θέματά του όσο και με τα κάθε άλλο παρά μικρά υπαρξιακά αδιέξοδά του.
Κατά τα άλλα, ο Χατζημωυσιάδης θα διατηρήσει στη Ζώνη πυρός την ανήσυχη κοινωνική ματιά της παλαιότερης πεζογραφίας του αποφεύγοντας εκ συστήματος την ηθικολογία και την καταγγελία. Θα βρει επιπροσθέτως την ευκαιρία, όπως το σημείωνα και προεισαγωγικά, να αποκαλύψει σε αναπεπταμένο πεδίο την εσωτερική έρημο του εγώ: ένα εγώ που είναι έτοιμο να καταλήξει στην αποπροσωποποίηση και στην ανωνυμία (να γιατί οι ήρωες δεν χρειάζεται να ψυχογραφηθούν με ρεαλιστικό τρόπο). Και αυτό είτε εξαιτίας του ότι θα πέσει θύμα της διάχυτης συλλογικής δυσπλασίας είτε επειδή θα υπακούσει στην εγγενή του τάση για διάλυση και καταστροφή. Μια καλά διασφαλισμένη ισορροπία που θα προφυλάξει τον Χατζημωυσιάδη από την οποιαδήποτε εύκολη λύση.       
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ΤΟ ΒΗΜΑ, 9.11.14

Ζώνη πυρός
Πέρασα το Σαββατοκύριακο παρέα με τον πόνο και τις λέξεις. Τον πόνο στη μέση που με καθήλωσε σε καθεστώς ανημπόριας και τις λέξεις του καινούριου βιβλίου του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη « Ζώνη πυρός» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Για τον πόνο δεν υπάρχει τρόπος να μιλήσει κανείς. Είναι ένα τούνελ σκοτεινό και μέσα κει βαδίζεις μονάχος. Έχω συνηθίσει στη μοναξιά του πόνου. Κι έχω βρει τους πιο ωραίους συνταξιδιώτες σ’ αυτό το σκοτεινό τούνελ: τα βιβλία.
Οι λέξεις του Παναγιώτη με συντρόφευσαν σε στιγμές πόνου. Και με παρηγόρησαν.
Τα δεκαοχτώ διηγήματα του βιβλίου τα διάβασα και τα ξαναδιάβασα. Και κάθε φορά με άφηναν με ένα χαμόγελο μισάνοιχτο, το χαμόγελο της συνενοχής, της αίσθησης πως δεν είμαι μόνη.
Οι λέξεις του σε ακολουθούν, σε στοιχειώνουν. Απαντήσεις δε δίνουν. Θέτουν ερωτήματα. Και μιλούν. Απευθείας στην καρδιά. Σε λαβώνουν. Όπως οτιδήποτε αληθινό. Οτιδήποτε γράφτηκε από ανάγκη.
Ειρήνη Παραδεισανού, pareisakth.blogspot, 26.11.14,

Βινιέτες, στιγμιότυπα και πραγματικότητα
Σε μια Σημείωση των Μπουνιουέλ και Νταλί στο σενάριο του Ανδαλουσιανού Σκύλου, είναι γραμμένο σε παρένθεση: "Το κρεβάτι, δηλαδή το κάλυμμα και το μαξιλάρι, είναι ελαφρά τσαλακωμένα, έχοντας ένα μικρό κοίλωμα, σα ν' αναπαυόταν, στ' αλήθεια, εκεί, ένα ανθρώπινο σώμα".
Στα σύντομα "πεζογραφήματα", όπως χαρακτηρίζει ο Πόε τα διηγήματα, η αφήγηση χαρίζει απεριόριστα ένα πολύ καθαρό πεδίο. Σε αντίθεση με τη νουβέλα, το διήγημα μπορεί να διαβαστεί σε μια καθισιά, οπότε ο αναγνώστης νοιώθει το μεγάλο κέρδος της Ολότητας!
Έτσι, η ψυχή του αναγνώστη είναι στα χέρια του συγγραφέα. Αυτός είναι και ο λόγος που ο αναγνώστης, νοιώθοντας την ανάσα του (σα να 'ταν δηλαδή εκεί πριν λίγο), τον "παρατηρεί" συνένοχα να παρουσιάζει, απερίσπαστα, προαποφασισμένα και ακηλίδωτα, ένα χαστούκι που μοιάζει με χάδι, αποτυπώνοντας αιφνίδια την αίσθηση του διφορούμενου και του ανίσχυρου.
Τα δεκαοχτώ διηγήματα του Χατζημωϋσιάδη χτυπούν καθαρά τον στόχο τους. Μιλούν γι' αυτό το μικρό κοίλωμα, παίζοντας με την απουσία σώματος, που υπενθυμίζει μια δραματική παρουσία. Τουλάχιστον στα περισσότερα διηγήματα, το παιχνίδι που παίζεται είναι το παιχνίδι της Μεταστροφής. Μικρές φράσεις παράγουν ένα έργο μεγαλύτερο απ' την ίδια την έκταση των διηγημάτων, ανατρέπουν την αρχική πηγή, απομακρύνονται από την αρχική υπόθεση, ενώ αφήνουν να γλιστρήσει υποδόρια η ιδεολογία, δημιουργώντας φαντασιώσεις παράβασης. Μ' αυτό τον τρόπο κάνουν πιο έντονη την ενοχική συμμετοχή μας σ' ένα σύστημα που όσο περιστρέφεται δίνει και άλλες ακατανόητες εικόνες.
Αυτή η πολυπρισματική, υπερπραγματική θέαση, δίνει μια ποιητικότητα στον "ρεαλισμό" της αφήγησης. Πέρα από το ότι ο ρεαλισμός είναι μορφή μυθοπλασίας, οι καλές στιγμές του ρεαλισμού ποτέ δεν ταυτίστηκαν με την παπαγάλιση του περιβόητου πραγματικού.
Και η οπτική ποικιλία του Χατζημωϋσιάδη δίνει ένα μεταρεαλιστικό κλίμα, αξιοποιώντας το υλικό του μ' ένα πολύ δωρικό τρόπο. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, αφού ζούμε μια εποχή που λόγω Κρίσης το διήγημα σπάει τα μούτρα του στον κυνισμό της κοινωνικής εξαθλίωσης. Λες κι ενώ ήρθε η ώρα του, αφού πέρασαν πολλά χρόνια που θεωρήθηκε "μη εμπορικό", τώρα το σπρώχνουν στην αυτοκτονία, αναγκάζοντάς το να αρκείται "σ' αυτό που πραγματικά συμβαίνει"!
Η θέαση, λοιπόν, του Χατζημωϋσιάδη μας χαρίζει βινιέτες και στιγμιότυπα μιας Εξαφάνισης του Παρόντος. Με αιθέριο και στιγμιαίο, ημιτελή και αγωνιώδη τρόπο, το βλέμμα και ο φακός του συγγραφέα ειρωνεύονται, παρωδούν, σχολιάζουν χιουμοριστικά, αυτοσαρκάζονται. Τα σύντομα και "ξεκούραστα" διηγήματα, μοιάζουν με σχέδια, με Demos μιας Ανθολογίας, που υποτίθεται περιέχει αφηγήσεις που έχουν γραφτεί εδώ και πολύ καιρό.
Οι ήρωες πάσχουν συνέχεια από τη σύγχρονη αδυναμία σύνδεσης του μερικού με το γενικό. Σ' αυτό τον ουρανό που αντικατοπτρίζει κομμάτια της κοινωνικής αποσύνθεσης, οι ήρωες, ζωγραφισμένοι με κάρβουνο, χωρίς στερεωτικό, μας μοιάζουν. Είναι digital immigrants, ψηφιακοί δηλαδή μετανάστες και μέτοικοι. Είναι δημιουργήματα τηλεοπτικού μοντάζ, όπως στο διήγημα Προσκλητήριο. Σ' αυτό ο ήρωας υποδύεται υπαρκτά και τραγικά πρόσωπα της επικαιρότητας, μπαίνοντας "επαναστατικά και διεθνιστικά" στη θέση των θυμάτων, δείχνοντας, ταυτόχρονα, το πόσο αδύνατο, καταναγκαστικό, υποκριτικό, υπερσυναισθηματικό και σκέτα προπαγανδιστικό είναι να ταυτίζεσαι με κάτι που δεν έχεις πάθει. Αντί, λοιπόν, να καταλήξει σ' ένα ρεπορτάζ τύπου παληού Ριζοσπάστη, καταλήγει: "Ενίοτε λοιπόν αρέσκομαι. Να φαντάζομαι ότι. Είναι κάτι βράδια. Που. Που αναζητώ καινούριο θέμα για τη γραφή μου. Και μαζί τυχαίνει να βρίσκω τα πιο βολικά... Άλλοθί μου".
Στο διήγημα Mantis Religiosa, όπου η παρουσίαση του digital, εικονικού, ασώματου, πλαστού αυνανισμού (ανάμνηση του Συνδρόμου Πορτνόι), μιμείται εικονικά τη γενική κυκλοφορία του κεφαλαίου στην χρηματιστική εποχή, ο ήρωας νιώθει ότι πραγματικές γυναίκες είναι αυτές που έστω θρυμματισμένες (ή και γι' αυτό) υπάρχουν στο διαδίκτυο!
Ο Χατζημωϋσιάδης γράφει χωρίς ζάχαρη. Δηλώνει ερωτευμένος με τη γλώσσα, ενώ ταυτόχρονα την καταγγέλλει απελπισμένος και φυλακισμένος μέσα σε λευκό κελί. Γιατί τη γλώσσα την περιέχουμε, αλλά και μας περιέχει. Και κανείς δεν μπορεί να γράφει σήμερα αγνοώντας τη βάσανο της γραφής, υποθέτοντας ότι αυτή είναι ένα αθώο και αποενοχοποιημένο μέσον, που μας γλυτώνει απ' τη φθορά της καθημερινής ταυτολογίας. Ή, ακόμα-ακόμα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η γλώσσα της αφήγησης επιτρέπει σ' ένα πραγματικό(;) περιεχόμενο να εκφραστεί επιτέλους απαλλαγμένο απ' την περιττή φόρμα, που κάνει τη γραφή να απομακρύνεται απ' την κατάσταση ...της επαναστατικής αμεσότητας. Το βαθύτερο νόημα ενός καλού κειμένου δεν αναιρεί το πρώτο επίπεδο, δηλαδή την "επιφάνεια", αλλά τη χρειάζεται, ώστε να οργανωθεί ένα σύνολο φόρμας και περιεχόμενου, με σκοπό να συμπτυχθούν στην αρμονική εξαφάνισή τους.
Στο διήγημα Σκιά, η πρώτη φράση είναι "Ούτε καν μορφή. Μόνο Ρόλοι". Κι εδώ η έννοια του περιγράμματος ταυτίζεται μ' ένα σώμα που απουσιάζει, χαμένο μέσα στις αδόκιμες μεταμφιέσεις, αναγκάζοντας τις παρωχημένες κοινωνιολογικές και ψυχολογικές προσεγγίσεις να χάσουν το στόχο. Γιατί, σ' αυτή την κοινωνική κατάσταση τού σήμερα, οι ρόλοι βρίσκονται μόνο στο μυαλό, είναι σπασμένες εικόνες, φαντασιώσεις, που δε συμμετέχουν πια σε κάποια Αναπαράσταση. Είναι ρόλοι που υποδύεται ένας καταδικασμένος ψυχασθενής, προσπαθώντας να αντλήσει δύναμη από κάτι που είναι πια προορισμένο να εξαφανίζεται. Στο σημερινό αδιέξοδο, ο συγγραφέας αφού σκιαγραφεί έναν υπάλληλο που μετά τη δουλειά βγάζει τους ρόλους του βόλτα, ρόλοι που δεν συνιστούν ουσιαστικές σχέσεις, και αφού τον βάζει να μετρά τη μοναχική του παρουσία στο σπίτι, μετρώντας τα βήματα από το σαλόνι στην κουζίνα, καταλήγει: "το μόνο που πρόλαβε να δει αφήνοντας την τελευταία του πνοή ήταν μια ξεχασμένη εικόνα από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, που ντυμένος τσολιαδάκι εφορμούσε στην επέτειο της 28ης Οκτωβρίου εναντίον του εχθρού με μια χάρτινη ξιφολόγχη προτεταμένη στα χέρια, κραυγάζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής του "ΑΕΡΑ". Μια, δηλαδή, έξαρση παιδικού ενθουσιασμού, όχι ενάντια σε κάποιον πραγματικό εχθρό, αλλά του στυλ "αμόλα καλούμπα", για να πετάξει ο χαρταετός. Σουρεαλιστική φάρσα, με τον Δον Κιχώτη πεζό ή καλύτερα στο φέρετρο.
Στο διήγημα Καύσωνας, μία μπερζέρα κι ένα μπαλκόνι στη συνέχεια, με τη βοήθεια μιας κουρτίνας, που κυματίζει σαν σημαία ήττας ή νίκης (κι εδώ θυμήθηκα τη μουσική του Αλλοζανφάν), ο ήρωας ίπταται, ανυψώνεται, σα να αυτοσαρκάζει την Καντιανή, υπερβατική, οικουμενική συνείδηση που λείπει, αναζητώντας μια πανοραμική θέαση ή ένα "ανεικονικό σημείο φυγής" στο οποίο καταλήγουν όλες οι εικόνες (Μπένγιαμιν). Μια μεταφυσική ή διαλεκτική γενίκευση, που φαίνεται ότι δεν είναι δυνατή. Ο φόβος για τον ριζικά τυχαίο χαρακτήρα της ύπαρξής μας μέσα στον κόσμο μειώνεται ή υπερνικιέται, μέσα από αναπαραστάσεις που μπορούν και επανανακαλύπτουν την επαναμάγευση. Αλλά κι αυτό είναι ένα παιχνίδι με την πραγματικότητα, χωρίς να γνωρίζουμε τί θα προκύψει.
Κλείνω με ένα διήγημα που το θεωρώ πολύ ενδιαφέρον. Είναι το Ημερολόγιο. Σ' αυτή την αφήγηση, όλα ξεκινούν απ' την ανάγκη να σπάσει αυτή η εμμονή σε μια νευτώνεια καταμέτρηση των καθημερινών πεπραγμένων, όμως στο τέλος, σε εποχές που το έθος και το ήθος απουσιάζουν, «κρατάω ημερολόγιο» ίσως να σημαίνει Υπάρχω. Εδώ, ανακαλύπτει ο αναγνώστης το δράμα του αιρετικού, που έχει να παλέψει ενάντια σε πιστεύω, επιλέγοντας, όμως, αναγκαστικά κάποιες ρουτίνες. Άλλωστε, στο διήγημα Πρόσωπο, ο Χατζημωϋσιάδης μας δίνει μια μαγική απομάγευση, όταν το ήδη γηρασμένο γυναικείο πρόσωπο, απελπισμένα φτιασιδωμένο, τραβώντας μια λευκή ίνα που εξείχε στο σαγόνι της απ' το βουρτσάκι του ρουζ, ξηλώνει την πλεκτή επιφάνεια της επιδερμίδας για να αποκαλυφθεί εν τέλει η ιστορική και βιολογική της διάσταση, η ρυτίδα της μνήμης, ένα πρόσωπο, το αληθινό της πρόσωπο, που αγκαλιάζει για πρώτη φορά στη ζωή της και μέσα στον ψυχολογικό και ιστορικό της χρόνο, κοιμάται μαζί του... (σ' ένα κοινό χώρο, ακόμα και στο όνειρο).
Η ελλειπτική, πλάγια προσέγγιση του Χατζημωϋσιάδη, υπηρετεί μια αντιστικτική συλλογή, που αν την άπλωνε σε μεγαλύτερη φόρμα θα χάνονταν πολύτιμες πλευρές υπέρ της ομοιομορφίας. Επίσης, το έλλειμμα κάνει ανθρωπινότερους τους ήρωες, έτσι ασχημάτιστοι και αβέβαιοι, γιατί φαίνεται η αρρώστια και η διάλυση της κοινωνικής δομής.
 Κώστας Καλημέρης, Η ΑΥΓΗ, 7.12.14



Τοιχογραφία του συγκεχυμένου εγώ μας.
Διηγήματα ή λογοτεχνικά δοκίμια,  τα κείμενα που συμπεριλαμβάνονται στο νέο βιβλίο του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη «Ζώνη Πυρός» (εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ); Όπως και αν τα ονομάσει κάποιος θέλοντας να τα κατατάξει οπωσδήποτε σ΄ ένα λογοτεχνικό είδος, η ουσία θα παραμείνει η ίδια. Τα δέκα οκτώ κείμενα του βιβλίου είναι ψηφίδες που συνθέτουν μια τοιχογραφία της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Τονίζω το «μία», γιατί όπως η αλήθεια ποτέ δεν είναι μία και αδιαμφισβήτητη, έτσι και η προσπάθεια ενός δημιουργού να σκιαγραφήσει και να αποτυπώσει με τα μέσα που χρησιμοποιεί, εν προκειμένω με τις λέξεις, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά  των ημερών του και των ανθρώπων που κινούνται γύρω του, εκείνο που σίγουρα θα πετύχει είναι το να διατυπώσει τη δική του εκδοχή. Μια εκδοχή ατελής καθότι υποκειμενική, αλλά σημαντική και χρήσιμη καθώς έρχεται να υπηρετήσει έναν και μοναδικό σκοπό. Να δημιουργήσει συναισθήματα. Να προκαλέσει ενδιαφέρον. Να κοντραριστεί και να κονταροχτυπηθεί με τον εφησυχασμό, που πολλές φορές φτάνει στα όρια της αφασίας, στον οποίο μας οδηγεί η συνεχής κατανάλωση πολλών εύληπτων και εύπεπτων προϊόντων κουλτούρας που παράγει και μας ταΐζει αφειδώς και καθημερινά η σύγχρονη, εξελιγμένη, κοινωνία μας.    
Το πόνημα του Χατζημωυσιάδη αυτή ακριβώς τη λογική υπηρετεί, ως ένα βότσαλο που πέφτει σε μια τεράστια λίμνη, καταφέρνοντας όχι να σηκώσει κάποιο μεγάλο κύμα, -πώς θα μπορούσε άλλωστε, λόγω του όγκου του νερού αυτή της λίμνης;- για να ΄μαστε ειλικρινείς και εντός πραγματικότητας, αλλά να παράξει έναν κυματισμό, ικανό να τραβήξει την προσοχή μας και να διεγείρει το ενδιαφέρον μας για να συνομιλήσουμε με τα κείμενα του. Και αυτή είναι η πρώτη νίκη του δημιουργού. Μια νίκη που δεν είναι αυτονόητη ούτε βέβαιη ακόμα και για τους πιο εμβριθείς γνώστες και ικανούς χειριστές της ελληνικής γλώσσας, αν τα κείμενα τους λειτουργούν σαν καλοφτιαγμένοι, ψυχροί όμως και ανέκφραστοι πίνακες και όχι ως ένα παράθυρο που αποκαλύπτει νέους, ζωντανούς, κόσμους.
Κάτι που δεν συμβαίνει φυσικά στην περίπτωση της «Ζώνης Πυρός», που παρά τους… κινδύνους που υπονοεί ο τίτλος,  από τις πρώτες κιόλας τους γραμμές αντιλαμβάνεσαι πως θα έχεις κάτι να πεις μαζί της.  Δεν θα είναι, βέβαια, μια εύκολη συζήτηση και ίσως ούτε ανώδυνη. Ο δημιουργός των κειμένων ανέλαβε το ρίσκο να μιλήσει και να εκτεθεί για γεγονότα που είναι ακόμα ζωντανά και καίνε. Μπήκε ο ίδιος σε μια ζώνη πυρός, πασχίζοντας να δει και να αφουγκραστεί τις αντιδράσεις των γύρω του που, όπως και εκείνος, είναι οι κινούμενοι στόχοι, κατευθυνόμενων ή αδέσποτων πυρών που άλλα εκτοξεύονται κατά ρυπάς και άλλα ένα, ένα.  
Δεν αφίσταται καθόλου από πρόσωπα και γεγονότα για να γίνει απλώς ο αφηγητής των όσων εξελίσσονται στις μέρες του, δεν κρύβεται πίσω απ΄ τη σιγουριά και την ασφάλεια του απλού καταγραφέα ή ανταποκριτή, αλλά συμπάσχει και συμμετέχει. Και αυτό είναι που δίνει μεγαλύτερη αξία στο έργο του, καθώς ενώ και ο ίδιος όντας ένα απ΄ τα θύματα ειρήνης, δεν μεμψιμοιρεί, δεν αναθεματίζει, δεν αποποιείται των ευθυνών αλλά προσπαθεί με όση ψυχραιμία μπορεί να έχει κανείς τέτοιες ώρες να βρει τι φταίει τελικά. Και για να το βρει δεν έχει άλλο δρόμο απ΄ το να καταφύγει στη δημιουργία της τοιχογραφίας του συλλογικού μας εγώ. Ενός εγώ σαφέστατα συγκεχυμένου, καθώς όπως ο ίδιος εύστοχα υπαινίσσεται στα κείμενα του προσπαθεί να ισορροπήσει και να ενταχθεί σ΄  ένα παγκοσμιοποιημένο και τεχνολογικά ανεπτυγμένο περιβάλλον, σέρνοντας μαζί του ως κληρονομιά τον δυισμό που το διακρίνει, από αρχαιοτάτων χρόνων. Μισός στην Ανατολή και μισός στη Δύση. Υμνώντας και θεοποιώντας το αρχαίο του παρελθόν, αλλά έχοντας και ως ακριβό του καμάρι το Βυζάντιο και κορώνα στο κεφάλι του την Ορθοδοξία. Βουλιάζοντας με ευκολία μέσα στη λάσπη των χωραφιών της υπαίθρου, που πότισε με τον ιδρώτα του, τα οποία με την ίδια ευκολία θα εγκαταλείψει για να βαδίσει αυτάρεσκα ανάμεσα σε νεόκοπα μνημεία και αχρείαστα μεγαθήρια που ύψωσε η επίπλαστη ευμάρεια και η ασύστολη αμετροέπεια μας. Και όλα αυτά, την ώρα που πασχίζει να απομακρύνει φοβίες και προκαταλήψεις,  καταφεύγοντας όμως στις παλιές πατροπαράδοτες συνταγές, όπως το θειάφι που σκορπά ολόγυρα στην αυλή της η πρωταγωνίστρια του διηγήματος «Σαρανταπόδαρος».
Αν έπρεπε να ξεχωρίσω τρία απ΄ τα κείμενα του βιβλίου που είναι χωρισμένο σε τρεις κατηγορίες, θα επέλεγα ένα από κάθε μια. Απ΄ την πρώτη κατηγορία ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ το κείμενο «Κήτος»,  απ΄ τη δεύτερη ΚΑΤ΄ΙΔΙΑΝ το «Προσκλητήριο» και από την Τρίτη ΔΙΑΛΟΓΟΙ το «Απολογισμός». Δεν το κάνω για να τα κατατάξω ψηλότερα απ΄ τα υπόλοιπα που το καθένα έχει την αξία του, αλλά επειδή, κατά τη γνώμη μου, είναι τα κείμενα- καμβάς όπου πάνω τους κεντιέται με τα νήματα των υπολοίπων η τοιχογραφία της σύγχρονης Ελλάδας και του σύγχρονου Έλληνα. Μ΄ έναν τρόπο στέρεο αλλά όχι απόλυτο. Με αίσθηση του κινδύνου που εμπεριέχει ένα τέτοιο εγχείρημα, γιατί ειδικά στις μέρες που ζούμε δεν είναι εύκολο, ούτε επιθυμητό, για κανένα να δει τον εαυτό του στον καθρέπτη.  Ό,τι δηλαδή θα συμβεί σε οποιονδήποτε διαβάσει τη «Ζώνη Πυρός». Δύσκολο, φυσικά, αλλά όχι απευκταίο.  Γιατί είναι σημαντικό και πάνω απ΄ όλα χρήσιμο κάποιες φορές να κοιτάμε τον καθρέπτη, όχι για να βελτιώσουμε την εικόνα μας αλλά για να τη δούμε όπως ακριβώς είναι. Μια εικόνα που με ενάργεια κατάφερε να αποτυπώσει με τα κείμενα του ο Χατζημωυσιάδης. Μια εικόνα που δεν τη θαμπώνει η υποκειμενική άποψη και τη φωτίζει επαρκέστερα η αγωνία του ανθρώπου που δεν σκέφτεται απλώς και φιλολογεί άνευ λόγου και αιτίας, αλλά τολμά να αποκαλύψει και να μιλήσει για την ουσία. Ενός δημιουργού που δεν επιδιώκει να γίνει αρεστός, αλλά χρήσιμος. Ενός διανοούμενου που δεν αερολογεί και φροντίζει να πατά πάντοτε σε στέρεο έδαφος, αλλά βάζει το δάχτυλο επί των τύπων των ήλων και είναι έτοιμος να δεχτεί τις όποιες συνέπειες.
Υπάρχει αλήθεια στη «Ζώνη Πυρός». Άλλοτε σε κάνει να γελάς, άλλοτε να σφίγγεται το στομάχι σου. Άλλοτε, πάλι, να συμφωνείς ή να εναντιώνεσαι. Δεν υπάρχει όμως αδιαφορία,  ούτε χάσιμο χρόνου. Υπάρχουν όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν αυτό που ονομάζεται πραγματική λογοτεχνία. 
Μιχάλης Πιτένης, pitenis.blogspot.gr/10.12.14


Ζώνη Πυρός
Με μια συλλογή διηγημάτων επανέρχεται στο λογοτεχνικό προσκήνιο ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, που πριν από τέσσερα χρόνια εξερευνούσε την εφιαλτική μετάλλαξη της μικροαστικής (μας) ζωής στο εξαιρετικό και επίκαιρο μυθιστόρημα «Αστοχία υλικού». Αυτή τη φορά, επιλέγει μια πιο άμεση οδό, ίσως, εικάζω, θέλοντας να δώσει διαφορετική φωνή και όψη σε εκείνον τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο της «Αστοχίας υλικού», τον άνθρωπο της εποχής μας. Να είναι, άραγε, ο συγγραφέας που προσεγγίζει εδώ αλλιώς έναν ήρωα ή είναι ο ήρωας που βρίσκει άλλη οντότητα μέσα από τον συγγραφέα. Ο αναγνώστης καλείται να απαντήσει, να δει και να «διαβάσει» με τα δικά του μάτια.
Στη «Ζώνη πυρός», τα μικρά σε έκταση διηγήματα, κάποια από τα οποία είχαν δημοσιευθεί μεμονωμένα παλαιότερα, εκλαμβάνονται ως προσωπικές αφηγήσεις μιας πραγματικότητας και δευτερευόντως ως γεννήματα συγγραφικής φαντασίας. Ιδιόμορφα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, θα τολμούσα να πω, με όσα διαμορφώνουν την καθημερινή γλώσσα και τελικά το περίγραμμα τόσο της καλλιτεχνικής παρουσίας, όσο και της ίδιας της ζωής. Οι αναφορές του Χατζημωυσιάδη που συνθέτουν τη θεματική του βιβλίου, ανοίγουν από τις παιδικές και οικογενειακές αναμνήσεις, τις διδαχές, την προσωπικότητα, την ιστορική μνήμη, την ιδεολογία έως και τη σύγχρονη ελληνική (ή ευρωπαϊκή) τραγωδία και το στίγμα της εποχής μας, με τη ματιά ενός ανθρώπου που, κατά τη γνώμη μου, δεν εξαντλείται στο να κατακρίνει στείρα, αλλά περισσότερο προσπαθεί να κατανοεί και να υπερβαίνει. Ο λόγος του συγγραφέα είναι συμπυκνωμένος και ιδιαίτερα προσεγμένος, με ειδικό βάρος αυτή τη «ζώνη πυρός» της έμπνευσης και της γραφής – τη μνήμη, το βίωμα, την ενδοσκόπηση, το ερέθισμα για δημιουργία.
«Πού βρίσκεται το σημείο επαφής ανάμεσα στη μοναχική περιπέτεια της γραφής και την κρίση της μέσης ηλικίας; Στο ατέλειωτο ερωτικό παιχνίδι των φύλων και στο υπαρξιακό άγος της φθοράς; Στη μνημονιακή διάλυση του κοινωνικού ιστού και στην αποκαθήλωση του ευρωπαϊκού οράματος; Στην υπονόμευση των δημοκρατικών κατακτήσεων και στον φασισμό του νεοναζισμού;» διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο. «Ο συγγραφέας αναζητεί την απάντηση στη διακεκαυμένη ζώνη πυρός του παρόντος, όπου τα ίδια αρχέγονα ερωτήματα επανέρχονται ακόμη πιο επιτακτικά».
Το πραγματικό γραφείο, το εργαστήρι του συγγραφέα είναι η ψυχή του, αυτό το ολόλαμπρα επιβλητικό και την ίδια στιγμή σκοτεινό κι απόμερο προσωπικό ιερό που τόσες και τόσες θυσίες ζητά μα και προσφέρει. Όλα από εκεί περνούν, όλα εκεί φιλτράρονται και όλα υπό αυτόν τον παρονομαστή νοηματοδοτούνται. Και μέσα από τη «Ζώνη πυρός» του, ο Χατζημωυσιάδης μάς δίνει, εκτός από άλλο ένα εύστοχα φτιαγμένο πορτρέτο μιας πραγματικότητας, και μια όμορφα χρωματισμένη τοπιογραφία της ψυχής.
Δημήτρης Νίκου, 11.12.14, diavasame.gr

Ζώνη Πυρός
Όταν τόσο σύντομα διηγήματα μπορούν να δημιουργήσουν τόσο έντονα συναισθήματα και να συμπεριλάβουν στις σελίδες τους ένα μεγάλο μέρος της τρέχουσας κοινωνικής πραγματικότητας, τότε ο κάθε αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως οι ιστορίες αυτές έχουν αγγίξει τόσο τον εσωτερικό όσο και τον εξωτερικό του κόσμο. Κι όταν ένας συγγραφέας «αναζητεί την απάντηση στη διακεκαυμένη ζώνη πυρός του παρόντος» επιστρατεύοντας με τέτοιο τρόπο γλωσσικά κεκτημένα, προσωπικά βιώματα και υπαρξιακές αναζητήσεις, τότε ο κάθε αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως οι ιστορίες αυτές σηματοδοτούν μια προσπάθεια προς ένα πιο «πυρασφαλισμένο» – όχι μόνο λογοτεχνικά- μέλλον. Πρόκειται για τη «Ζώνη Πυρός», τη συλλογή δέκα οκτώ ολιγοσέλιδων διηγημάτων του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη.
Τα σύντομα σε έκταση διηγήματα «κατηγοριοποιούνται», θα λέγαμε, σε τρεις ενότητες: Μονόλογοι, Κατ’ ιδίαν και Διάλογοι και μας συμπαρασύρουν σε μια αναμέτρηση η οποία θα μπορούσε να είναι ο εσωτερικός μας μονόλογος, αυτά που λέμε κατ’ ιδίαν με τους δικούς μας ανθρώπους ή εκφράζουμε άλλοτε μανιωδώς κι άλλοτε αγογγύστως στους δημόσιους διαλόγους μας.
Ο μακροπερίοδος λόγος διακόπτεται όταν κάπου παρακάτω, σε κάποιο άλλο διήγημα τα σημεία στίξης παραχωρούν τη θέση τους σε μια τελεία μόνο και επιτάσσουνστη λογική και στο συναίσθημα να βάλουν στοπ και να αλλάξουν πορεία. Η διακειμενικότητα (τι άλλο μπορεί να είναι ο βοσκός που παρασύρει αθώες παιδούλες στο πιο βαθύ μπλουμ ή η προτροπή τού άφησέ με να’ ρθω μαζί σου;) φέρνει προ των πυλών την ατελέσφορη προσπάθεια του συγγραφέα να απαλλαχτεί από τα δικά του διαβάσματα, να γράψει για κάτι που δεν έχει γραφτεί ακόμα κι αυτή του η προσπάθεια είναι μαγευτική για τον αναγνώστη που πλέον έχει εμπιστευτεί τον συγγραφέα, σαν μια έμμεσα δοσμένη λίστα με τίτλο: «αυτά πρέπει να τα διαβάσεις»! Τα προσωπικά βιώματα και οι εμπειρίες, που ανασύρονται από τη μνήμη και αποτελούν προϊόν ενδοσκόπησης δίνουν την αίσθηση ενός ψυχογραφήματος, αν δεν είναι μια αποτυπωμένη στο χαρτί ψυχανάλυση τόσο του συγγραφέα αρχικά όσο και του αναγνώστη δευτερευόντως. Και τέλος οι υπαρξιακές αναζητήσεις αναμειγνύονται με την κριτική ματιά απέναντι στα πράγματα, αυτά του παρελθόντος και του παρόντος, κι από κοινού αναδεικνύουν αυτήν την αντιφατικότητα, η οποίαδεν μπορεί εύκολα να δικαιολογηθεί, ωστόσο φτάνει να παίρνει χαρακτηριστικά «εθνικής ιδιοσυγκρασίας». Αλήθεια, ο συγκερασμός της αμέριστης προγονοπληξίας μας με «τους ήρωες και άγιους στο πάνθεον της εθνικής ιστορίας και της ορθοδόξου πίστεώς μας» είναι οφθαλμοφανώς ασυνάρτητος. Κι όμως υφίσταται. Με την ίδια ευκολία πουσυμβαδίζουν η δεισιδαιμονία μας με την τεχνολογική εξέλιξή μας. Με την ίδια ευκολία που μια σουρεαλιστική εκλογική αναμέτρηση θα μπορούσε να αποτελεί κοινό εκλογικό βίωμα.
Αυτό κάνει ο συγγραφέας· με τη μορφή των δικών του ηρώων μας (παρα)σέρνει και μας φέρνει αντιμέτωπους με την αμηχανία μπροστά στο παλιό και το νέο, τη μετανάστευση, την κρίση της μέσης ηλικίας, την ενδοοικογενειακή βία, την αυτοκτονία, την απόγνωση, τη λογοκρισία, την (μη) έμπνευση, την ευθυνοφοβία, την«αιχμαλωσία» (λόγω) του πνεύματος και την «αιχμαλωσία» (λόγω) του χρήματος.
Πίσω από αυτές τις φαινομενικά καταθλιπτικές αφηγήσεις, ο συγγραφέας, ενίοτε ασθμαίνοντας, πάντως εμφυσά μια πνοή αισιοδοξίας. Εκεί όπου ο ήρωας για να αντιμετωπίσει την ανία και την πλήξη μιας δημοσιοϋπαλληλικής καθημερινότητας, αντί να μεταμορφωθεί ως άλλος Κάφκα, γράφει ποιήματα σε επιτραπέζια ημερολόγια γραφείου. Κι αυτή η έμμετρη καταγραφή των υποχρεώσεων της επόμενης μέρας μόνο αισιοδοξία μπορεί να αποπνέει. Αν μη τι άλλο, ο συγγραφέας μας παραδίδει την «ζώνη πυρός του παρόντος» ή έστω και του παρελθόντος. Η προτροπή του όμως είναι κατά βάθος και κατ’ ουσία να αναδυόμαστε από ένα παρελθόν και να ξεφεύγουμε από ένα παρόν απελευθερωμένοι κι όχι να βυθιζόμαστε σιδεροδέσμιοι σε έναν πυθμένα ρυπαρό και λασπώδη.
Μαρία Φιλίππου, 19.12.14, e-ptolemeos.gr


Πυκνοί στοχασμοί και κωμικοτραγικά παραληρήματα: ευστοχία υλικού
Μικρά κείμενα πυκνότατης υφής και έντονης στοχαστικής διάθεσης, ξέχειλα από ευφυΐα και ειρωνεία, δια χειρός ενός επί το πλείστον πρωτοπρόσωπου αφηγητή που επιχειρεί να ξεφύγει από την απόγνωση, να ερμηνεύσει την αλλόφρονη πραγματικότητα, να φιλοσοφήσει πάνω στον σύγχρονο παραλογισμό. Χωρισμένα σε τρία μέρη (Μονόλογοι, Κατ’ ιδίαν, Διάλογοι), εκκινούν από προσωπικούς προβληματισμούς, και καταλήγουν στην συλλογική παράκρουση.
Ενδιαφέρον δείγμα από την πρώτη περίπτωση το «Κήτος», που στοχάζεται πάνω στην χαμένη χειρωναξία της γραφής, που κάποτε άφηνε το υλικό αποτύπωμα των λέξεων πάνω στο χαρτί και με τον ήχο των μηχανικών πλήκτρων να ξορκίζει τη σιωπή του δωματίου. Τώρα τι ελπίδες έχει ο φέρελπις συγγραφέας με την ακηλίδωτη λευκότητα της οθόνης, που μοιάζει με μαρμάρινη πλάκα που κενοτάφιο που περιμένει τον νεκρό του; Και αν η αληθινή ζωή βρίσκεται στον έξω κόσμο, έξω από την κοιλιά του κήτους, πόσο μακριά βρίσκεται από μια διαφορετική και οριστική αιχμαλωσία; Παραμένοντας στα μαρτύρια της γραφής, ο συγγραφέας στις «Συγγένειες» ζει σε μια υπό κατοχή επικράτεια λέξεων, και κάθε φορά που προσπαθεί με ένα γραφτό να βεβαιώσει τα πνευματικά του δικαιώματα στην κυριότητα, στην νομή και την χρήση τους, βρίσκει διαρκώς τον εαυτό του να διαβάζει ένα χειρόγραφο του Πεσόα που βρισκόταν στο Κιβώτιου του Αλεξάνδρου, προτού το αποθέσουν οι ηττημένοι του εμφυλίου στα σκοτεινά γραφεία ενός Πύργου, όπως ιστορεί μια Αισθηματική Αγωγή κάποια ξημερώματα του 1848.
Έτσι διατελώ αμήχανος και συγκεχυμένος, χτυπώντας πλήκτρα, ανασκολοπίζοντας λέξεις και σέρνοντας από τα μαλλιά περιόδους, με την εφηβική αφέλεια της ανακάλυψης μιας νέας ηπείρου και την αλαζονική προσδοκία μιας νέας κοσμογονίας να ξεθυμαίνουν από την πρώτη κιόλας μαρτυριάρα φράση, που σε πείσμα των πιο πετυχημένων μεταφορών μου διακηρύσσει με τη αξιοπιστία του αυτόπτη μάρτυρα ότι παραμένω αυτόκλητο προσκεκλημένος στο Κοινόβιο του Χάκκα, το τρίτο μέρος από το Διπλό Βιβλίο του Χατζή, η αδικαίωτη δικαίωσης του Καρυωτάκη, […], το πρώτο τεύχος του Ιδεοδρομίου, μαζί βεβαίως με όλη τη σειρά από τον Μικρό Σερίφη και ένα ξεσκισμένο Ταρατατά που είχα βρει στο πλατανόδασος πιτσιρικάς, πεταμένο από τους φαντάρους της θερινής διαβίωσης. [σ. 16]
Οι χαρακτήρες στο «Προσκλητήριο» είναι τα σύγχρονα τραγικά πρόσωπα της ευημερούσας εποχής μας: άστεγος Δεκέμβρη μήνα σε μισογκρεμισμένο κτίριο· φτωχός σε κρύο σπίτι με αυτοσχέδιο μαγκάλι προσεχώς θανατηφόρο για το παιδί του· λαθρομετανάστης έτοιμος να αυτοπυρποληθεί· ένοικος σε έξωση· αποδρών από το τρόλεϊ ενόψει ελεγκτή. Μόνο που αυτές οι απαθλιωμένες ψυχές είναι πλαστές: απλώς προσκλήθηκαν από τον συγγραφέα, που επιθυμεί να γίνει κατά φαντασίαν… οποιοσδήποτε, αρκεί να βρει θέματα γραφής και άλλοθι προσφοράς. Προφανώς οι συγγραφείς οφείλουν πολλά σε όλους αυτούς τους δύσμοιρους, που πάντως ανανέωσαν την θεματολογία τους.
Στα δεκαοκτώ ολιγοσέλιδα κείμενα του συγγραφέα (τέσσερα από τα οποία έχουν δημοσιευτεί στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής και ένα στο ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Μπιστρό) το διήγημα εφάπτεται και κάποτε αναμειγνύεται με το δοκίμιο.
Εκείνο που χαρακτηρίζει τον εκάστοτε μονολογούντα είναι το πόσο εύκολα μπορεί η ψύχραιμη ειρωνεία να καταλήξει παραλήρημα, πόσο γρήγορα ο συντεταγμένος προβληματισμός να διολισθήσει σε μαύρη τραγικωμωδία. Και το εφιαλτικότερο: πόσο απλά μπορεί η μοναδική προσωπικότητα ενός ανθρώπου να μετατραπεί σε άβουλη κοινωνική μονάδα. Με τον ίδιο ανεπαίσθητο τρόπο ο συγγραφέας εκτοξεύει ριπές διαφορετικών ειδών στα κείμενα: κοινωνικό, πολιτικό, παράλογο, μελλοντολογικό, δυστοπικό, υπαρξιακό. Φυσικά αυτό το είδος της γραφής στην ιδανικότερη μορφή του (άρα και εδώ) αποφεύγει τα μαθήματα περί ηθικής και διδαχές περί ορθής συμπεριφοράς. Καμία στεντόρεια φωνή δεν ακούγεται εδώ, κι ευτυχώς ούτε από τον συγγραφέα. Ο μόνος ήχος είναι το γύρισμα των σελίδων· κάποτε από το σφίξιμο στο στομάχι. Και για να λογοπαίξω με τον τίτλο του προηγούμενου βιβλίου του συγγραφέα, όλα τα κείμενα χαρακτηρίζονται από πλήρη ευστοχία υλικού.
Στην επικράτεια της συλλογικής παράκρουσης δυο κείμενα αποβαίνουν εφιαλτικότερα όλων. Στο «Λεξοτανίλ» παρουσιάζεται ακριβώς μια κοινωνία χωρίς το υπερπολύτιμο αυτό φάρμακο: άυπνοι τριγυρνούν άσκοπα τις νύχτες, κάποια υπολείμματα μνήμης επανεμφανίζονται, εργάτες εκλιπαρούν για νυχτερινή βάρδια στα εργοστάσια, οι γιατροί επισημαίνουν τον κίνδυνο της αυνανιστικής εξουθένωσης του πληθυσμού. Μέχρι που φτάνει μια κοινωνία χωρίς λεξοτανίλ;
Η συναρπαστική «Εκκαθάριση» αποτελεί υπόδειγμα ενός τέτοιου κειμένου. Μια μεγάλη φυλετική εκκαθάριση έχει ήδη ξεκινήσει σε μια χώρα, έχοντας απαλλάξει τον τόπο από μετανάστες, πρόσφυγες, τυφλούς, τραυλούς, ανάπηρους, καθυστερημένους, κομουνιστές και ομοφυλόφιλους. Στο τελευταίο της στάδιο ειδική επιτροπή γλωσσολόγων αναλαμβάνει την γλωσσική απολύμανση απ’ όλα τα ξενόφερτα λεκτικά στοιχεία, πινακίδες αφαιρούνται και ανύποπτοι πολίτες καταγγέλλονται. Η πολυσημία των λέξεων κηρύσσεται ανεπιθύμητη, οι μεταφορικές σημασίες και τα λανθάνοντα νοήματα του λαϊκού σκώμματος και της καλλιτεχνικής σάτιρας καταργούνται, τα λεξικά ελαφρύνονται. Ακολουθεί ο εντοπισμός και η αντικατάσταση των αφομοιωμένων δάνειων λέξεων, με εξαίρεση τα τρία εμβλήματα του νέου καθεστώτος: ρατσισμός, προπαγάνδα, νεοναζισμός και, μπροστά στην ενδεχόμενη φοινικική προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου, η κατάργηση της ίδιας της γλώσσας.

Όταν λοιπόν συγκεντρώθηκαν οι τελευταίοι και πιο γνήσιοι εκπρόσωποι αυτού του ηρωικού γένους, αφού στο μεταξύ υπήρξαν και άλλες φυλετικές εκκαθαρίσεις σε βάρος των ναρκομανών, των κοντών, των αριστερόχειρων, των μελαχρινών, των ευτραφών, των ηλικιωμένων, των ανέργων, των γυναικών, των παράφωνων, των αρρώστων, των ερωτευμένων και ασφαλώς των ποιητών, θα μπορούσε κανείς να θαυμάσει το μοναδικό στην ιστορία θέαμα ενός ολόκληρου λαού σε απόλυτη ομοψυχία, που δεν χρειαζόταν πια τη γλώσσα για να επικοινωνεί, αλλά μόνο τα ηχηρά επιφωνήματα του μεγάλου ηγέτη, που έμοιαζαν με βρυχηθμούς, και τις συγκαταβατικές αναφωνήσεις του κοινού, που έμοιαζαν με βελάσματα. [σ. 94]
pandoxeio.com


"Ζώνη Πυρός", του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη

Τι καθιστά ένα βιβλίο επίκαιρο, συνάμα όμως και ικανό να αντιπαλέψει, να αναμετρηθεί με τον χρόνο να φέρει κοντά τους αναγνώστες οι οποίοι θα επιστρέφουν ξανά στις σελίδες του και θα ανακαλούν στη μνήμη τους μέρη του - σημάδι ότι το βιβλίο άφησε ίχνος, άφησε το αποτύπωμα του στην ενδοχώρα του ψυχισμού τους; Αυτός ο συλλογισμός με συνοδεύει μετά το πέρας της ανάγνωσης του βιβλίου του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη με τον τίτλο Ζώνη πυρός, το οποίο αποτελείται από διηγήματα χωρισμένα σε τρεις ενότητες με τους αντίστοιχους τίτλους "Μονόλογοι", "Κατ’ιδίαν" και "Διάλογοι".
Η ονομασία Ζώνη πυρός προσδιορίζει την επίμαχη περιοχή στην οποία συμβαίνουν οι ιστορίες των διηγημάτων: ένα υπαρξιακό υπόβαθρο όπου ο συγγραφέας καταδύεται σε μια προσωπική και εφ΄όλης της ύλης αναμέτρηση-πάλη με τη γραφή και έναν παρόντα χρόνο όπου συγχρόνως διαδραματίζονται τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα που χαρακτηρίζουν την εποχή μας και ταλανίζουν τη χώρα μας. Και όλοι-ες εμείς οι πολίτες της, παρόντες και παρούσες σε αυτή την πρώτη γραμμή, τη διακεκαυμένη ζώνη πυρός, αντιμέτωποι με ό,τι συμβαίνει και με την όποια τροπή και εξέλιξη θα έχουν τα γεγονότα που θα ορίσουν και το μέλλον μας.
Στην πρώτη ενότητα που ονομάζεται "Μονόλογοι",τα διηγήματα διακρίνονται από μια συνεχή διαδρομή καταβύθισης του συγγραφέα στον εσώτερο εαυτό του, τις βαθύτερες επιθυμίες-ανάγκες του σε σχέση με τη σημασία της γραφής στη ζωή του μέσα από την ενδοσκόπηση και τη πορεία αυτογνωσίας. Έτσι, διαπιστώνει ή αναρωτιέται: "Γιατί κατά βάθος θέλω να πιστεύω ότι η αληθινή ζωή βρίσκεται στον έξω κόσμο, μια δρασκελιά απόσταση από την οθόνη του υπολογιστή μου, έστω και αν δεν ξέρω πού ακριβώς πρέπει να ψάξω και τι ακριβώς πρέπει να κάνω για να μπορέσω να τη βρω" ή "Έστω και αν ξόδεψα ολόκληρη τη ζωή μου ψάχνοντας μάταια μιαν απάντηση, ποιο τελικά από τα όνειρα θα με βόλευε να ζήσω", "Το μόνο που θέλω πλέον είναι να το σκάσω από το κείμενο. Γιατί περικοκλάδες οι λέξεις τυλίγονται στο κορμί μου με σφίγγουν, ριζώνουν πάνω μου. Με απομυζάνε. Ανθοφορώντας σαρκοβόρες τουλίπες. Που ετοιμάζονται να με κατασπαράξουν". 
Αναρωτιέμαι κι εγώ με τη σειρά μου: Γιατί γράφουμε; Ναι, επειδή είναι βαθιά υπαρξιακή ανάγκη, αλλά γιατί; Το ερώτημα επιμένει... Ίσως για να αιτιολογήσουμε -ως ένα σημείο- την παρουσία μας σε αυτόν τον πλανήτη, για να αναγνώσουμε ή να αναγνωρίσουμε μία ελλειπτική τροχιά ή το φωτισμένο από μια αχτίδα φωτός σημείο ενός δωματίου ή το σκοτεινό είδωλο που δεν φωτίζεται και μένει σιωπηλό και αθέατο αλλά υπάρχει, για να φανερωθούν οι φυσικοί ανθρώπινοι περιορισμοί ή και να ξεπεραστούν ακόμη.
Στο πρώτο διήγημα με τον τίτλο "Κήτος", ένας εντυπωσιακός ευρηματικός παραλληλισμός του κήτους, που κατάπιε τον προφήτη Ιωνά στη βιβλική ιστορία, με τη λευκή οθόνη του υπολογιστή, που την παρομοιάζει και αυτή με ανοιχτό στόμα κήτους απειλητικά έτοιμη να καταβροχθίσει γράμματα, λέξεις και οτιδήποτε έχει σχέση με τη γραφή και την αιχμαλωσία του συγγραφέα σε αυτή.
Στη δεύτερη ενότητα ο ίδιος ο τίτλος προσδιορίζει ότι ο συγγραφέας εμπιστεύεται και εκμυστηρεύεται: "Κατ’ιδίαν".  Η γραφή ως άλλοθι του δίνει τη δυνατότητα να αναπλάσει πρόσωπα, ρόλους και μέσω εκείνων να μιλήσει, να συνομιλήσει, να καταγγείλλει. Έτσι, στο διήγημα "Πρόσκληση" βλέπουμε τραγικά πρόσωπα που απασχόλησαν την πρόσφατη επικαιρότητα,ο δεκαεννιάχρονος που πέφτει από την ανοιχτή πόρτα του τρόλευ για να ξεφύγει από τον ελεγκτή που τον έβριζε και τον τραβολογούσε για τζαμπατζή κάνοντας ουσιαστικα΄ένα άλμα προς την ελευθερία,ο γονιός της δεκατριάχρονης που πεθαίνει από τις αναθυμιάσεις του μαγκαλιού, ο Ιρανός μετανάστης που γίνεται παρανάλωμα του πυρός, αυτός που χρωστά το δάνειο και ενώ τον πιέζουν αφόρητα με έξωση εκείνος δεν αντέχει και αυτοκτονεί. Στο διήγημα με τον τίτλο "Πρόσωπο", μια γυναίκα κάποιας ηλικίας κρυμμένη πίσω από ένα προσωπείο που δεν είναι ο εαυτός της, εγκλωβισμένη στην εικόνα του φαίνεσθαι, ό,τι δηλαδή απαιτεί και προβάλλει ως πρότυπο η εποχή μας, συμφιλιώνεται με την αληθινή εικόνα της, ανακαλύπτει τον εαυτό της χωρίς περιττά φτιασιδώματα και έτσι βρίσκει την εσωτερική γαλήνη της που αντανακλάται στο εξής και στη ζωή της. 
Στην τρίτη ενότητα με τον γενικό τίτλο "Διάλογοι", η γραφή παύει να είναι άλλοθι, αυτονομείται και εκτίθεται, συναντά τα πολιτικοκοινωνικά γεγονότα και η ένταση κορυφώνεται. Από τα δυνατά στοιχεία του βιβλίου είναι η γλώσσα που τη χρησιμοποιεί ο συγγραφέας σαν όχημα ακριβείας νοημάτων και εννοιών, απαλλαγμένη από την σύγχρονη και συνήθη Οργουελική χρήση της που συναντάμε στην καθημερινότητα μας και σκιάζει τόσο την πολιτική όσο και κοινωνική ζωή. Εδώ οι λέξεις γίνονται πρόσωπα και σώματα, αποκτούν άλλη διάσταση και διαμαρτύρονται,κάνουν αντίσταση, σαρκάζουν και ειρωνεύονται τα κακώς κείμενα, προειδοποιούν. Άλλωστε η γλώσσα είναι βασικό μέσον επικοινωνίας των ανθρώπων, δημιουργεί πρότυπα-στερεότυπα ή και τα ανατρέπει.
Και ακριβώς στο διήγημα "Εκκαθάριση", δίνεται αυτή η διάσταση, αναδεικνύεται αυτή η δύναμη που έχει η γλώσσα και φοβίζει τους δυνάστες. Ένα ολοκληρωτικό καθεστώς μετά τη φυλετική εκκαθάριση επιβάλει τη γλωσσική απολύμανση, απομακρύνοντας κάθε λέξη που πιστεύει πως δεν είναι ελληνική. Έτσι καταργεί μαζί και συρρικνώνει τη σκέψη,την ελευθερία του λόγου,την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αφού στο τέλος, με τόσες εξορισμένες λέξεις, οι πολίτες συννενοούνται με γρυλίσματα και μουγκρητά, ενώ κυριαρχεί το τρίπτυχο ρατσισμός-προπαγάνδα-νεοναζισμός. Ένα προειδοποιητικό διήγημα ότι ο κίνδυνος αυτών των μορφωμάτων όχι απλά είναι προ των πυλών, αλλά έχει εισβάλλει στην καθημερινότητα και απειλεί, είναι πια απέναντι μας εντός του κοινωνικού σώματος της ελληνικής κοινωνίας.
Στο "Lexotanil" η εκάστοτε εξουσία βρίσκει τρόπους να ελέγχει, να χειραγωγεί, να δημιουργεί εξαρτήσεις, να καταστέλλει τη σκέψη, την αμφισβήτηση, την αντίδραση. Δεν είναι τυχαία στο διήγημα αυτό η επιλογή ενός γνωστού σε όλους μας υπνωτικού χαπιού του Lexotanil για τίτλο, το οποίο συμβολικά και αλληγορικά χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να καταδείξει αυτό ακριβώς: πώς χειρίζονται ολόκληρο πληθυσμό ως πειραματόζωο, μέχρις ότου εκείνος ανακαλύψει την εικονική εξάρτησή του και επιστρέψει στην προηγούμενη φυσική του κατάσταση. Ο "Απολογισμός", όπως και οι άλλες ιστορίες που διατρέχουν την πρόσφατη, αλλά και την παλαιότερη πολιτική και ιστορική πορεία της χώρας μέσα από διάφορα γεγονότα έως τους πρόσφατους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, δείχνουν την άποψη του συγγραφέα για το πώς φθάσαμε στο σημερινό υπέρογκο και δυσβάσταχτο χρέος με όλες τις επιπτώσεις του. Στο τελευταίο διήγημα που ονομάζεται "΄Ηπειρος", όπου παρουσιάζεται ένα εφιαλτικό σενάριο με βάση τα ήδη εμφανή σημάδια μιας γενικότερης οικολογικής καταστροφής και βασική επίπτωση τη ραγδαία κλιματική αλλαγή, η βόρεια Ευρώπη προκειμένου να προφυλάξει τα νότια σύνορά της καταφεύγει σε μια παράλογη λύση: είναι ένα διήγημα προφητικό και πιο επίκαιρο από ποτέ. 
Τα δεκαοκτώ διηγήματα που περιλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη μοιάζουν να σχηματίζουν έναν κύκλο ζωής, που βέβαια δεν ολοκληρώνεται αλλά αφήνει ανοιχτή την έξοδο για το επόμενο βήμα του συγγραφέα.

Φανή Αθανασιάδου, http://stigmalogou.blogspot.gr/2015/05/blog-post_4.html, 
04-05-2015


Από το κλέος στο χρέος
Έ​​νας συγγραφέας, διαιωνίζοντας εκουσίως την αιχμαλωσία του από τις λέξεις, πληκτρολογεί στον υπολογιστή του με την κρυφή ελπίδα κάποιο γράμμα να γλιστρήσει από την οθόνη στο γραφείο και από εκεί στην εξώπορτα. Διότι η αληθινή ζωή βρίσκεται εκεί έξω. Κάποιος άλλος, επίσης γραφιάς, γαληνεύει τις αγωνίες της γραφής ατενίζοντας εδεμικά λιβάδια, μέχρι που έντρομος βλέπει τον εαυτό του να κείτεται σε έναν ασφοδελό λειμώνα, κατάσπαρτο από λέξεις εν μέσω των οποίων ο ίδιος φαντάζει σαν κραυγαλέο ορθογραφικό λάθος. Εξίσου δυσοίωνες βαίνουν οι ονειροπολήσεις ενός άλλου συγγραφικού μυαλού, πυρακτωμένου από τον καύσωνα, που ανίσχυρες πολεμούν οι κουρτίνες μπροστά στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Μες στο καύμα του μεσημεριού οι κουρτίνες μετατρέπονται σε φτερούγες που ταξιδεύουν τον συγγραφέα στις ιδιωτικές ιστορίες της πόλης, για να τον προσγειώσουν απότομα στην πολυθρόνα, απ’ όπου τις παρατηρεί να θροΐζουν σαν λευκές σημαίες συνθηκολόγησης.
Μολονότι τα πέντε πρώτα διηγήματα της συλλογής, που επικεντρώνονται στην άλυτη διαπάλη ζωής και γραφής, είναι τα πιο ενδιαφέροντα, έχω την εντύπωση πως ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης ρίχνει το βάρος στα τελευταία οκτώ, που τοποθετούνται πρόδηλα στη διακεκαυμένη ζώνη του ελληνικού παρόντος. Και εδώ τον τόνο δίνουν οι μεταφορές και η αλληγορική διάσταση της αφήγησης, αλλά τώρα η πραγματικότητα κατισχύει της φαντασίας. Αρκετά από τα κείμενα της τελευταίας ενότητας ακούγονται τόσο θυμωμένα, που δεν έχουν καμία διάθεση να εμπιστευτούν την οργή τους στις διαφυγές της μυθοπλασίας. Μιλούν απερίφραστα για την εθνική μας κατάθλιψη και τη συλλογική κατήφεια, ανατρέχουν με περιφρόνηση στις παλιές, ένδοξες ημέρες, στο αρχαίο αθηναϊκό κλέος και στην εποποιία του 2004, παλινδρομούν χαιρέκακα μεταξύ των θριάμβων τού τότε και των θρόμβων τού τώρα, και διαρρηγνύουν κάθε μύθο έτσι ώστε τίποτα να μην κρύβει το στραβοχυμένο μπετόν και τις λαμαρίνες, που ορθώνονται πάνω από καιρό αλωμένες Θερμοπύλες.
Από τα προαναφερθέντα διηγήματα ξεχωρίζουν τα μελλοντολογικά, εκείνα δηλαδή που καταφέρνουν να απαγκιστρωθούν από τη βαρυτική έλξη της πραγματικότητας για να την κοιτάξουν από κάποια απόσταση. Στην «Εκκαθάριση», για παράδειγμα, ο Χατζημωυσιάδης συναιρεί εύστοχα τις συγγραφικές ανησυχίες των αφηγητών στο πρώτο μέρος του βιβλίου με την καταμαρτύρηση των σημερινών δεινών στο τελευταίο. Μια εκτεταμένη εκκαθάριση απαλλάσσει το έθνος από τα οθνεία στοιχεία, που νόθευαν την καθαρότητά του, προσδίδοντάς του μια καινοφανή φυλετική και γλωσσική αυθεντικότητα. Με λευκές τις σελίδες του εγκεκριμένου εθνικού λεξικού του και αποκαθαρμένη τη φυλετική και πνευματική του ιδιοπροσωπία, ο άλαλος λαός αποφασίζει να διασώσει το αποστειρωμένο του γονιδίωμα προκρίνοντας τη συλλογική ευθανασία.
Αλλά και στο «Λεξοτανίλ» το χάος και η ασυναρτησία των ημερών αποδίδονται σαρκαστικά μέσα από το εύρημα μιας επιδημικής αϋπνίας, που δεν αφήνει τους πολίτες να κοιμίσουν τα φαντάσματά τους. Οταν τα αποθέματα του φαρμάκου εξαντλούνται, κατάκοποι από την αγρύπνια ξαπλώνουν στα κρεβάτια τους και μακριά πια «από την ελπίδα και από τον τρόμο» κάνουν όνειρα γλυκά.
Στα πέντε πεζά που συναπαρτίζουν τη δεύτερη ενότητα της συλλογής πρωταγωνιστούν απόκληροι του έρωτα, υποχόνδριοι εργένηδες, απελπισμένες πάλαι ποτέ όμορφες που ικετεύουν για την ευμένεια του καθρέφτη και άλλες, που μόνες μες στο κατοικημένο από φασματικούς εραστές σκοτάδι λαχταρούν τη σεξουαλική πλησμονή. Αξίζει να προσέξουμε ανάμεσά τους τον άντρα, που πέθανε αιφνιδίως όταν στο μυαλό του βραχυκύκλωσε η ωραιότερη μέρα της ζωής του. Ηταν παιδί και τον αναπτέρωνε το πέταγμα στα ψηλά του χαρταετού του, μέχρι που τα ζύγια στράβωσαν και τσακίστηκε στα ηλεκτροφόρα καλώδια. Ενα ακόμα στιγμιότυπο που επιβεβαιώνει τη δεινότητα του Χατζημωυσιάδη στην ανάδειξη της διαπεραστικής έντασης της αλληγορίας. Οσο η γραφή του υπερίπταται των εφιαλτών που την αναρριπίζουν, μεταφέρει δραστικά τον ίλιγγο της επαπειλούμενης πτώσης. Οταν, όμως, συντρίβεται στο τσιμεντένιο έδαφος της πραγματικότητας, ξυπνάει απότομα τόσο από τους εφιάλτες όσο και από τα όνειρα και μένει να ξαγρυπνά το παρόν.

Λίνα Πανταλέων, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 26-04-2015 



Για τη "Ζώνη Πυρός"
Τον γνώρισα πριν από 10 χρόνια σε ένα λύκειο των Γιαννιτσών ως συνάδελφο και συνοδοιπόρο στο εκπαιδευτικό Γολγοθά. Ιδιαίτερα ευφυής, ευγενικός αλλά και δύστροπος μου φάνηκε στην αρχή. Με τον καιρό κατάλαβα πως πρόκειται για ένα συνάδελφο προβληματισμένο για τη εκπαίδευση και τα κοινωνικά δρώμενα, με ξεχωριστό χιούμορ αλλά και καλά τεντωμένες κεραίες που αφουγκράζονται τους παραμικρούς κραδασμούς στα θεμέλια του κοινωνικού και πολιτικού οικοδομήματος.
Κι επειδή είναι δύσκολο να κρατήσεις ισορροπίες ανάμεσα στην απόσταση που επιβάλλει ο καθωσπρεπισμός να δεις έναν προσκεκλημένο λογοτέχνη στο σχολείο σου και σε ένα φίλο- θαρρώ θα αποτολμούσα να τον αποκαλέσω και έτσι- θα προσπαθήσω σκοινοβατώντας να σας παρουσιάσω τη δική μου βιβλιοπαρουσίαση και επιτρέψτε μου να πω και βιβλιοκριτική  μετά την ανάγνωση του τελευταίου πονήματός του που τιτλοφορείται  «ΖΩΝΗ ΠΥΡΟΣ».
Σ αυτό το εράνισμα αναγνωσμάτων αναγνώρισα εξ αρχής ένα διαφορετικό τρόπο γραφής σε σχέση με τα προηγούμενα λογοτεχνικά του «παιδιά». Μια γραφή που ρέπει προς τον υπερρεαλισμό θα έλεγα, προς την ποίηση σε κάποια σημεία και που παντρεύει με τον πιο αριστοτεχνικό τρόπο το φιλολογικό του υπόβαθρο, τις παιδικές μνήμες και τη σύγχρονη σκληρή κοινωνική πραγματικότητα.
Βρήκα ευρηματική την ομαδοποίηση των διηγημάτων σε τρεις κατηγορίες, που δεν είναι καθόλου τυχαίες. Στην πρώτη με τον τίτλο «ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ» ο συγγραφέας μας βάζει στο εργαστήρι του, όπου αναζητά το υλικό της γραφής του ανάμεσα σε παιδικές μνήμες και την ανιαρή καθημερινότητα, στην οποία  καταφέρνει ως εκ θαύματος να προσδώσει μια «φιλοσοφική» διάσταση και να μετατρέψει σε λογοτεχνικό υλικό. Εξομολογείται, αυτοστοχάζεται, εγκλωβίζεται σαν τον Ιωνά στην κοιλιά του κήτους, κρατά σημειώσεις. Από δω ξεχώρισα το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ και το ΠΡΟΣΩΡΑΣ.
Στο πρώτο αναγνώρισα αυτοβιογραφικά ψήγματα, προσωπικές αγωνίες, και μεταθανάτιες επιθυμίες και.. μια πρόταση για το πώς αλλιώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα ημερολόγια.
Στο δεύτερο η ασθμαίνουσα στίξη προδίδει μια υπαρξιακή αγωνία. Χρησιμοποιώντας μια εμμονικά επαναλαμβανόμενη γραφή κατορθώνει να κινείται με αφάνταστη ευκολία από την παιδική ηλικία στην ωριμότητα και από κει στα γηρατειά.
Στη δεύτερη ομάδα με το γενικό τίτλο «ΚΑΤ΄ΙΔΙΑΝ» ο αφηγητής αναλαμβάνει το ρόλο του ανθρώπου της διπλανής πόρτας που δεν καταγγέλλει, απλά καταγράφει με ηρεμία την αδυσώπητη κοινωνική πραγματικότητα και τα αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου. Εδώ προέκρινα το ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΟ και τη ΣΚΙΑ.
Στο πρώτο μέσα σε δυο σελίδες γίνεται ο άστεγος, ο άνεργος, ο λαθρομετανάστης, ο αυτόχειρας που δεν έχει να πληρώσει το νοίκι ή το εισιτήριο στο τρόλεϊ, άνθρωποι που συναντάμε καθημερινά γύρω μας.
Στο δεύτερο με τα εξόχως εύστοχα ελληνικά του αποτυπώνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο την απομόνωση του σύγχρονου «πετυχημένου» αστού που η επαγγελματική του επιτυχία είναι βραχνάς και σίγουρα δεν είναι αρκετή να καλύψει τα ψυχικά του κενά και ο θάνατος φαντάζει γι αυτόν ως διέξοδος και  λύτρωση.
Η τρίτη ομάδα με τον τίτλο «ΔΙΑΛΟΓΟΙ» συνιστά πραγματικά ΖΩΝΗ ΠΥΡΟΣ. Κινούμενος μεταξύ πραγματικότητας και ουτοπίας, μεταξύ ρεαλισμού και μελλοντολογίας ο συγγραφέας μας δίνει μαθήματα ιστορίας και μιλά για όλα: Ολυμπιακούς αγώνες, οικονομική κρίση, εκλογές, μετανάστες, έλλειψη φαρμάκων, οικολογική καταστροφή. Εφιαλτικά σενάρια του παρόντος και του μέλλοντος.
Στο μεταίχμιο μεταξύ πεζογραφίας και λογοτεχνικού δοκιμίου, με υποτυπώδη δράση και θεματογραφία διάσπαρτη ο  Χατζημωυσιάδης δεν τελεί εν αμηχανία: δεν είναι προχειρογράφος, όπως διάβασα σε μια βιβλιοκριτική. Αντιθέτως περνώντας από το εγώ στο εσύ και από κει στο συλλογικό κατορθώνει με τη διεισδυτική λογοτεχνική του ματιά να ακουμπήσει για άλλη μια φορά «επί τον τύπο των ήλων» και να πει τα πράγματα με το όνομά τους.
Αγγελική Τανίδου, http://angitan.blogspot.gr/2015/04/blog-post_18.html, 
18-04-2015


Επιστροφή στο "Ένδον Σκάπτε"
Από τότε που ο Χατζημωυσιάδης συνδιαλεγόταν στο πρώτο του βιβλίο (Τρεις μνήμες και δυο ζωές, εκδ. Μεταίχμιο) με πέντε γενιές της πατρίδας, συνοψίζοντας στα πρώτα του διηγήματα την σύγχρονη ιστορία της χώρας αλλά και τη μάλλον οδυνηρή προσγείωσή της στο, τότε, παρόν (γενιά της προσφυγιάς, της αντίστασης στον Γερμανό κατακτητή, των αγωνιστών για κοινωνική δικαιοσύνη, τη γενιά της ευμάρειας και της κατανάλωσης και, τέλος, τη γενιά της αποξένωσης) πέρασαν ήδη δέκα χρόνια. Μια γόνιμη, συγγραφικά, δεκαετία για τον Χατζημωυσιάδη που συνοψίζεται σε δύο μυθιστορήματα, μια νουβέλα και δυο συλλογές διηγημάτων. Στην πρόσφατα τυπωμένη Ζώνη πυρός οι μικρές ιστορίες του δεν είναι ακριβώς διηγήματα, λόγω της ελάχιστης έως ανύπαρκτης πλοκής τους αλλά και της μικρής τους έκτασης –αφηγήματα, νομίζω, θα ήταν ο ενδεδειγμένος όρος για τα περισσότερα εξ αυτών–, όμως με αυτά τα δεκαοχτώ σύντομα κείμενα ο συγγραφέας αφενός επιστρέφει, τρόπον τινά, στο λογοτεχνικό είδος με το οποίο πρωτοξεκίνησε, ολοκληρώνοντας έναν συγγραφικό κύκλο, αφετέρου μας συστήνει και μια άλλη γενιά αυτήν τη φορά. Τη γενιά της οικονομικής κρίσης, κυρίως μέσα από την προς τα έσω στροφή του βλέμματος του αφηγητή, που βρίσκεται κι ο ίδιος σε καιυπό κρίσιν (υπαρξιακή, συγγραφική, ιδεολογική).
Στο αφήγημα Κήτος, αλλά και σε άλλα κείμενα, περιγράφεται το άγχος του γραφιά, ο παιδεμός και ο ίλιγγος του συγγραφέα, που βυθισμένος στον υπολογιστή του, νιώθει όπως ο Ιωνάς στην κοιλιά του κήτους. Στο Προσκλητήριο, ο Χατζημωυσιάδης τεντώνει στα άκρα τη γλώσσα, σπάει τις γραμματικές και συντακτικές συμβάσεις, και με κοφτό, ασθματικό, σχεδόν πυρετώδη αφηγηματικό ρυθμό που εξασφαλίζουν οι πολλές ελλειπτικές του προτάσεις, επιχειρεί να διεισδύσει στο πετσί και στο μεδούλι των ηρώων του, αναζητώντας, ως βολικό άλλοθι, το νέο του συγγραφικό θέμα. Στο διήγημα Σαρανταπόδαρος διέκρινα εκλεκτικές συγγένειες, σε θέμα αλλά και σε στιλ γραφής, με τον Σωτήρη Δημητρίου αλλά και τα πρώτα διηγήματα της Σοφίας Νικολαΐδου. Ενώ στο Πρόσωπο, που νομίζω πως είναι το κορυφαίο της συλλογής, μια μεστωμένη κυρία, με τα χρόνια να βαραίνουν στο κορμί και στο πρόσωπό της, κοιτάζεται στον καθρέπτη της προσπαθώντας να σβήσει τις ρυτίδες της και να ξανανιώσει, με μάσκες ενυδάτωσης, κρέμες, μέικ απ, ρουζ, πούδρες και άλλα αντιγηραντικά σκευάσματα. Κι ενώ σκέφτεται τη ζωή της και αναπολεί τα περασμένα, διακρίνει μια λευκή ίνα από το βουρτσάκι του ρουζ να εξέχει κάτω απ’ το σαγόνι της, σαν ξεχειλωμένη ραφή από φθαρμένο ύφασμα. Όταν την τραβά με οργή, νιώθει πως αρχίζει να ξηλώνει μια υφασμάτινη μάσκα «με παραμορφωμένα από την απόγνωση χαρακτηριστικά, όμοια με αυτή που κραυγάζει στον πίνακα του Μουνκ» (σελ. 61). Τέλος, με τα τρία καταληκτικά αφηγήματά του (Εκκαθάριση, Λεξοτανίλ, Ήπειρος) ο Χατζημωυσιάδης επιστρατεύει τον σαρκασμό, την παρωδία και τη λεπτή ειρωνεία για να χλευάσει τον ρατσισμό, την Ενωμένη Ευρώπη των πλουσίων και την αποχαύνωση-ύπνωση που «προσφέρουν» οι εκάστοτε κυβερνώντες και οι εξουσίες στους άβουλους υπηκόους τους.Το Ζώνη πυρός είναι το πιο πυκνό και ενδοσκοπικό βιβλίο του Χατζημωυσιάδη και αυτό γίνεται αντιληπτό ακόμα και από τους τίτλους των κειμένων, που όλα –πλην ενός– είναι μονοσύλλαβες λέξεις, στη συντριπτική τους πλειοψηφία ουσιαστικά. Διαβάζω, στην τύχη, μερικούς εξ αυτών: Κήτος, Ημερολόγιο, Καύσωνας, Προσκλητήριο, Σκιά, Πρόσωπο, Απολογισμός, Αναμέτρηση, Εκκαθάριση. Τέτοιους μονοσύλλαβους περιεκτικούς τίτλους χρησιμοποιεί κατά καιρούς στα βιβλία του και ο μεγάλος αμερικανός πεζογράφος Φίλιπ Ροθ (Αγανάκτηση, Καθένας, Ταπείνωση, Νέμεσις), στον οποίο παραπέμπει ένα δυνατό κείμενο του Χατζημωυσιάδη, το Mantis religiosa, που μου θύμισε τον ιδανικό αυνανιζόμενο εβραίο Πόρτνοϊ του Ροθ (βιβλίο Σύνδρομο Πόρτνοϊ, για το οποίο ο Ροθ άκουσε τα μύρια όσα από δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες τυπολάτρες και σχολαστικούς ραβίνους της Αμερικής, ευτυχώς όχι όμως και από τη λογοτεχνική κριτική που το επαίνεσε εμφατικά). Στο επιμύθιο του εν λόγω αφηγήματος του Χατζημωυσιάδη η θηλυκή φιγούρα ξεπροβάλει από τον υπολογιστή του πρωταγωνιστή, με καλοσχηματισμένα στήθη και λεπτούς γλουτούς, μια γυναικεία φιγούρα που δεν έχει καμία σχέση με τα κρεμασμένα βυζιά και τα λιπώδη μπούτια της μάνας του, κι ενώ ο ήρωάς μας έχει ήδη ανακουφιστεί, ετοιμάζεται για έναν ακόμη επαναληπτικό γύρο, με την κρυφή ελπίδα ότι «δε θα σκέφτεται τίποτα· ούτε θα θέλει ούτε θα νιώθει ούτε θα περιμένει» (σελ. 46). Δυνατός και ο επίλογος του αφηγήματος Σκιά, όπου ένας διοικητικός υπάλληλος γραφείου, ένας μονότονος και μίζερος, σχεδόν ισοπεδωμένος ανθρώπινος χαρακτήρας, στριφογυρίζοντας πάνω στον άξονα της εργονομικής του πολυθρόνας, έχει ένα απρόσμενο και τραγικό τέλος. (σελ. 50-51).
Με το Ζώνη πυρός ο Χατζημωυσιάδης κερδίζει στα εξής:
Επιστρέφει σε ένα είδος λόγου που το γνωρίζει καλά και που του πάει, στη μικρή φόρμα. Αγγίζει μάλιστα και τον εσωτερικό μονόλογο, με τις εσωτερικές ψυχικές διεργασίες και την εσωτερική δράση των ηρώων του, κάτι που εμένα προσωπικά με ικανοποιεί. Υπό προϋποθέσεις, και μόνο από αυτό του το βιβλίο, ο Χατζημωυσιάδης θα μπορεί να ενταχθεί και στην παράδοση της λογοτεχνίας της Θεσσαλονίκης.
Αφήνει κάπως –όχι βέβαια ολοκληρωτικά– την κοινωνική κριτική και περιορίζει (αποδυναμώνει, καλύτερα) το έντονα ιδεολογικό κέλυφος που κάλυπτε τα μυθιστορήματά του και ιδίως τη νουβέλα του, καταφεύγοντας στο ένδον σκάπτε και στην εξομολογητική γραφή (όχι αυτοβιογραφία), κάτι που είναι εμφανές, ιδίως στην πρώτη συστάδα των κειμένων του.
Εκφράζει για πρώτη φορά τόσο έντονα την αγωνία, την οδύνη, το άγχος του γραφιά, και τον ίλιγγο που αυτός αισθάνεται μπροστά στη λευκή σελίδα.Χρησιμοποιεί πετυχημένα τα μοντερνιστικά φλας μπακ στην αφήγησή του, βάζοντας εμβόλιμες μνήμες από τους γονείς του, τα παιδικά του χρόνια ή κάποια παιδικά του τραύματα, που αφήνουν να φανεί (έστω υποτυπωδώς, έστω αμυδρά) κάποια άγνωστη πτυχή του εαυτού του.
Δεν καταγγέλλει ούτε νουθετεί ούτε ηθικολογεί, αλλά σαρκάζει και καυτηριάζει τις κοινωνικοπολιτικές παθογένειες, που, με τις ευαίσθητες κεραίες του, εντοπίζει. Ο θυμός του κρύβεται περίτεχνα στη γραφή και στη διακριτική ειρωνεία της αφήγησής του.
Πειραματίζεται γλωσσικά με νέες μορφές έκφρασης, δοκιμάζοντας τα όρια και τις αντοχές της γλώσσας, που, ως καθηγητής φιλόλογος, πολύ καλά γνωρίζει. Στα κείμενά του ο αναγνώστης θα διακρίνει και παραδοσιακό τρόπο γραφής (εσωτερικός μονόλογος) και μοντερνιστικά αλλά και νεωτερικά στοιχεία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ανανεώνεται υφολογικά αλλά και θεματικά από βιβλίο σε βιβλίο, και αυτό το βρίσκω γενικά θετικό.
Έντεχνα περνάει εξειδικευμένα ιστορικά στοιχεία και πληροφορίες στη γραφή του, εκφράζοντας τις ανησυχίες και τις αμφιβολίες του πάνω σ’ αυτά (αφήγημα Παύσαι).
Αν μπορεί να επισημανθεί κάποια μικρή επιφύλαξη, μέσα σε όλα αυτά τα θετικά, είναι ότ, στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός σύντομου κειμένου θα πρέπει το εξομολογούμενο εγώ να τσαλακώνεται και να εκμηδενίζεται σε μεγάλο βαθμό (γιακονιορτοποίηση του εγώ μίλησε, κάποτε, ο Πεντζίκης) και να μην ναρκισσεύεται από λεκτικά παιχνίδια, ώστε το κείμενο να λειτουργεί ακαριαία και δραστικά, ως ηλεκτρική εκκένωση στον αναγνώστη, δίχως τη φιλολογική διαμεσολάβηση (ύφος, λογοτεχνικές θεωρίες, συγγραφικά ρεύματα) και το ανάχωμα της γλώσσας σε όλο αυτό το παιχνίδι. Εν ολίγοις, η απλότητα στη γραφή, όταν δεν καταντά, βέβαια, απλοϊκότητα, είναι ένα ισχυρό όπλο για καλύτερα συγγραφικά αποτελέσματα, κάτι που είμαι βέβαιος πως το γνωρίζει και το εφαρμόζει ο Χατζημωυδιάδης όσο, φυσικά, του το επιτρέπουν η άρτια φιλολογική σκευή του και η συγγραφική του δεξιοτεχνία.
Συνοψίζοντας, νομίζω πως στο πρόσφατο βιβλίο τού Χατζημωυσιάδη ισχύει η παλιά ρήση του Αλμπέρ Καμύ, μεταφερμένη στον συγγραφικό στίβο και στους συγγραφείς: «Υπάρχουν στους ανθρώπους περισσότερα πράγματα για να θαυμάσεις παρά για να κατακρίνεις». Ο Χατζημωυσιάδης έχει εξελιχτεί σημαντικά ως συγγραφέας και το Ζώνη πυρός πιστεύω πως είναι ένα ώριμο, ευθύβολο και πετυχημένο βιβλίο του, ενώ θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε αν αυτή η εξέλιξη και η συγγραφική του ωρίμανση θα συνεχιστεί και στα επόμενα βιβλία του.

Παναγιώτης Γούτας, Book Press, 13.10.2015

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

Αστοχία Υλικού






Αστοχία υλικού, Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, Μυθιστόρημα, σελ. 220, εκδ. Μεταίχμιο, Απρίλιος 2010





Πολύ ακριβό το τίμημα που πλήρωσε στο παρελθόν, αλλά τώρα τα έχει σχεδόν όλα στη ζωή του: σταθερή θέση σε εταιρεία μεταλλαγμένων ειδών, ιδιόκτητη μονοκατοικία σε προάστιο των Αθηνών και αρκετό ελεύθερο χρόνο για να φροντίζει τον κήπο του. Αλλά αν είναι έτσι, τότε γιατί έχει πάρει τους δρόμους σαν χαμένος και πού εξαφανίστηκε η γυναίκα του από το βράδυ; Για ποιο λόγο στρέφεται εναντίον του η υπηρεσία έρευνας και ποιοι είναι αυτοί που εξυφαίνουν ύπουλα σχέδια σε βάρος του; 
Προσπαθεί να αντιληφθεί τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά έχει ένα βαθύ κενό μνήμης, όσο περίπου κι η περασμένη νύχτα. Ψάχνει για απαντήσεις ανάμεσα σε σκόρπιες αναμνήσεις και πιάνει το μίτο της αφήγησης εκεί από όπου τον έχασε στην αληθινή ζωή του.

Το ερώτημα είναι γιατί τον έχασε και αν, τελικά, θα μπορέσει να τον ξαναβρεί.





Β Ι Β Λ Ι Ο Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Ε Σ


Τα μεταλλαγμένα και οι μεταλλαγμένοι

Αχ, αυτές οι πρώτες σελίδες! Είναι το μεγάλο βάσανο του συγγραφέα, με συχνό αποτέλεσμα να γίνονται βάσανο και για τον αναγνώστη.Το άγχος και η ανασφάλεια της αρχής σπρώχνουν πολλούς συγγραφείς να λένε και να κάνουν περισσότερα απ΄ όσα μπορεί να σηκώσει ο οποιοσδήποτε αναγνώστης, να προσπαθούν να πείσουν αμέσως για το περίτεχνο του σχεδίου και την απαιτητικότητα της γραφής τους. Γι' αυτό αρκετοί έμπειροι μυθιστοριογράφοι αφήνουν την αρχή για το... τέλος της συγγραφής.Το Αστοχία υλικού,δεύτερο μυθιστόρημα και τέταρτο πεζογραφικό βιβλίο του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, είναι καλύτερο απ' ό,τι δείχνουν τα πρώτα κεφάλαια, ιδίως το εναρκτήριο. Ο σαραντάχρονος φιλόλογος από τα Γιαννιτσά, καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση, συσσώρευσε εκεί πολλές «λογοτεχνικούρες», που προκαλούν άσκοπη σύγχυση και μάλλον εκνευρίζουν τον αναγνώστη, για να προχωρήσει σιγά σιγά με αυξανόμενη σιγουριά και να μπει για τα καλά στο θέμα του γύρω στα μισά του μυθιστορήματος, ομολογουμένως με σημαντική καθυστέρηση. Αλλά το θέμα αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον και η ανάπτυξή του από τον συγγραφέα, όταν επιτέλους πάρει μπρος, γίνεται με διαρκώς εντεινόμενο ρυθμό.Ο Θάνος, ο ήρωας του μυθιστορήματος, φτάνει ένα πρωί στη δουλειά του έχοντας ένα μεγάλο κενό στη μνήμη του: δεν μπορεί να θυμηθεί καθόλου τι έκανε από το προηγούμενο βράδυ ώς τη στιγμή που βρέθηκε να βαδίζει, αντί να οδηγεί, προς το γραφείο του. Μαζί του κουβαλάει μια σακούλα κεράσια για τον προϊστάμενό του, κομμένα από τη γενετικά τροποποιημένη κερασιά του κήπου του. Ο Θάνος, ο οποίος έχει σπουδάσει φιλολογία, εργάζεται ως επιμελητής κειμένων σε μια πολυεθνική εταιρία που προωθεί στην αγορά μεταλλαγμένα προϊόντα. Η κερασιά του προέρχεται από τα φυτώρια της εταιρίας.Στη διάρκεια της μέρας ο Θάνος διακρίνει, ή του φαίνεται πως διακρίνει, σημάδια παράξενης συμπεριφοράς των συναδέλφων του απέναντί του και προπαντός απορεί ολοένα περισσότερο που δεν βλέπει τη γυναίκα του στο γραφείο της. Γιατί η γυναίκα του, η Ελπίδα, εργάζεται στην ίδια εταιρία ως μεταφράστρια. Αλλά επειδή η διεύθυνση, πλάι σε άλλους περιορισμούς, απαγορεύει τις πολύ στενές σχέσεις ανάμεσα στους υπαλλήλους, κρατούν τον γάμο τους κρυφό. Είναι παντρεμένοι εδώ και εννιά χρόνια, δεν μπορούν να κάνουν παιδί και στη σχέση τους γίνεται όλο και πιο ορατή μια δυσαρμονία, που τον τελευταίο καιρό αγγίζει τα όρια της ανοιχτής σύγκρουσης: η Ελπίδα αποδοκιμάζει τον καριερισμό του Θάνου και την ευθυγράμμισή του με την προπαγάνδα της εταιρίας για τα μεταλλαγμένα, αυτός την κατηγορεί για επιπολαιότητα, νωθρότητα και μεμψιμοιρία. Η κερασιά στον κήπο, με τα ωραία, αλλά πλαστικά, άγευστα κεράσια της, γίνεται σύμβολο μιας γενικής στειρότητας: της ατεκνίας του ζευγαριού, του μαρασμού του γάμου του, της κενοδοξίας του Θάνου, του γυαλιστερού, αλλά αποστειρωμένου, βαλσαμωμένου κόσμου της εταιρίας και των προγραμμάτων της. Απελπισμένη η Ελπίδα, ανοίγει δικό της μπλογκ στο Διαδίκτυο, για να εκφράζει εκεί τις μύχιες σκέψεις και τα συναισθήματά της.Από το σημείο αυτό το μυθιστόρημα απογειώνεται. Φτάνει στην πρώτη κορύφωσή του όταν ο Θάνος ανακτά τη μνήμη των πρόσφατων γεγονότων της ζωής του μέσα από το σοκ μιας τρομερής αποκάλυψης, που ο αναγνώστης μπορεί να την έχει μαντέψει στο μεταξύ, αλλά που, όπως θα δούμε λίγο αργότερα, στη δεύτερη και σημαντικότερη κορύφωση, δεν αφορά τελικά παρά μια παράπλευρη απώλεια στη λειτουργία ενός στυγνού μηχανισμού εξουσίας. Ο Θάνος θα υπηρετήσει πιστά αυτόν τον μηχανισμό ώς και πέρα από το τέλος του μυθιστορήματος, αφού ανταμειφθεί με την εκπλήρωση των φιλοδοξιών του και διάφορα συναφή προνόμια. Γιατί ο κεντρικός στόχος του Αστοχία υλικού δεν είναι τόσο τα μεταλλαγμένα (εδώ θα μπορούσε να πει κανείς ότι η κριτική που ασκεί ο συγγραφέας είναι κάπως ρηχή) όσο οι πολύπλοκες, εξαιρετικά διαφοροποιημένες, αλλά τέλεια συντονισμένες μέθοδοι ελέγχου και χειραγώγησης των ανθρώπινων υποκειμένων σ' ένα ιεραρχημένο σύνολο με τη δομή μιας σύγχρονης μεγάλης επιχείρησης, όπου η απόδοση και η επιτυχία μετριούνται μόνο με νούμερα και η ατομική ζωή, όχι μόνον η επαγγελματική αλλά και η ιδιωτική, οφείλει να εναρμονίζεται με το πνεύμα της εταιρίας. Ο Θάνος, σε αντίθεση με την Ελπίδα, προσαρμόζεται χωρίς αντιστάσεις σ΄ αυτό το σύστημα και μάλιστα η ψυχική προϊστορία του τού έχει δώσει τα εφόδια για να γίνει αποτελεσματικό όργανό του: η καταισχύνη για την αποτυχία του σ' ένα παιδικό παιχνίδι εντυπωσιασμού (το σκαρφάλωμα σ' ένα απότομο ύψωμα), οι ενοχές για τον θάνατο της πρώτης αρραβωνιαστικιάς του από δική του αμέλεια τον έχουν σημαδέψει και ο Θάνος έχει ξεπεράσει αυτά τα τραύματα από τη μια καλλιεργώντας μια επιλεκτική μνήμη (ή επιλεκτική αμνησία), από την άλλη με μια ψυχαναγκαστική προ σήλωση στη δουλειά και την επαγγελματική αναρρίχησή του. Πέρα από τις «αστοχίες υλικού» στην αρχή, για τις οποίες έκανα ήδη λόγο, το μυθιστόρημα του Χατζημωυσιάδη θα κέρδιζε πολλά, ακόμα και στο καλό δεύτερο μισό του, αν ο συγγραφέας είχε αποφύγει τις σποραδικές, ανούσιες φιλολογικές φλυαρίες (ένα χοντρό παράδειγμα είναι ολόκληρη η σελίδα 168) και αν είχε χειριστεί με πειστικότερο τρόπο την επαναφορά της πρόσφατης μνήμης του Θάνου. Αλλά η κύρια ένστασή μου αφορά την αφήγηση σε δεύτερο πρόσωπο: αφηγητής είναι ο Θάνος και απευθύνεται, τυπικά, στην απούσα Ελπίδα. Το δεύτερο πρόσωπο είναι προβληματική επιλογή στη σύγχρονη λογοτεχνία. Κατάγεται από το επιστολικό μυθιστόρημα, έχει όμως μετεξελιχτεί σε μια τεχνική της «εις εαυτόν» αφήγησης. Σ΄ αυτή τη μορφή, το δεύτερο πρόσωπο είναι ουσιαστικά το πρώτο, αλλά υποτίθεται ότι ο αφηγητής αποστασιοποιείται έτσι από τον εαυτό του, προκειμένου να μιλήσει για δεδομένα της εξωτερικής κι εσωτερικής ζωής του που τα νιώθει ή θα ήθελε να τα νιώθει σαν ξένα. Δύσκολα μπορούμε όμως να φανταστούμε έναν διχασμένο εαυτό που ωστόσο παραμένει αδιάσπαστος, αφού τα δύο μέρη συνομιλούν σε τόσο οικείο επίπεδο και σε τόσο ομαλή γλώσσα. Επιπρόσθετα, το δεύτερο πρόσωπο είναι εντελώς ακατάλληλο για την προώθηση της εξωτερικής δράσης ενός μυθιστορήματος και βεβαιώνεται κανείς γι΄ αυτό διαβάζοντας το βιβλίο του Χατζημωυσιάδη. Αν πάντως παρακάμψουμε όλα αυτά (που δεν είναι βέβαια ασήμαντα), ο Χατζημωυσιάδης κατορθώνει τελικά ν' αναδείξει το θέμα του. Η σταδιακή εξεικόνιση του χαρακτήρα του Θάνου και της σχέσης του με τον περίγυρό του είναι πολύ πετυχημένη. Και η μακρά συζήτησή του με τον προϊστάμενό του μάς προσφέρει τις πιο δυνατές, ίσως, σελίδες του μυθιστορήματος. Κατά ευτυχή συγκυρία, οι σελίδες αυτές είναι από τις τελευταίες, πράγμα που συμβάλλει όχι λίγο στο να κλείσει ο αναγνώστης το βιβλίο με θετική εντύπωση.

Δημοσθένης Κούρτοβικ, ΤΑ ΝΕΑ, 15.06.10




Μια εφιαλτική εικόνα της μικροαστικής ζωής

«Απολογητικό υπόμνημα», θα μπορούσε να είναι ο τίτλος αυτού του μυθιστορήματος, αν και η αρχική πρόθεση του συντάκτη του να απολογηθεί στην, κατ’ αρχάς, θεωρούμενη εξαφανισμένη σύζυγο και συνάδελφό του και, μέσω αυτής, στον εαυτό του, ασυναισθήτως μετατρέπεται σε πράξη απολογιστική της ζωής του, από τα παιδικά του χρόνια ως το παρόν της γραφής. «Απολογητικό υπόμνημα», εξάλλου, είναι και ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου∙ απουσιάζουν, ωστόσο, τα στοιχεία εκείνα που θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να τον δικαιολογήσουν: η μεταμέλεια για κάποιες από τις πράξεις, τις παραλήψεις και τις συμπεριφορές του γράφοντος και η συνακόλουθη ενοχή∙ η, έστω εκ των υστέρων, οδυνηρή κατανόηση και παραδοχή, αν μη τι άλλο, ενός μέρους των προσωπικών ευθυνών που, από τα όσα ο ίδιος -απολογούμενος- «αφηγείται», φαίνεται να τον βαραίνουν.

Μεγαλωμένος στην επαρχία, ταπεινής καταγωγής, άλλο μέλημα δεν φαίνεται να έχει, πάρεξ την επαγγελματική του εξέλιξη, την κοινωνική του καταξίωση και, πάνω απ’ όλα, την αναγνώριση των ικανοτήτων του από τους άλλους. Δύο γεγονότα που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση του ψυχισμού του και του χαρακτήρα του (η έκρηξη του Τσέρνομπιλ που συμβαίνει το 1986, αναταράζοντας την αμεριμνησία των παιδικών του χρόνων και, κυρίως, ο οφειλόμενος σε δική του αμέλεια θάνατος του νεανικού του έρωτα, της συγχωριανής του Μαρίας, η οποία σκοτώθηκε εξ αιτίας της πτώσης, σε χαράδρα, ενός δίκυκλου που αυτός οδηγούσε) δεν φαίνεται να τον προβλημάτισαν και να τον δίδαξαν στο απαιτούμενο και αναμενόμενο βάθος. Από το συμβάν του Τσέρνομπιλ στη μνήμη δεν αχνοφέγγει παρά η σωρευτική προμήθεια ειδών διατροφής, το κλειδαμπάρωμα της οικογένειας στο σπίτι, το ραδιενεργό σύννεφο και η τοξική βροχή, ενώ από τον θάνατο της Μαρίας οι μνήμες είναι σαφώς περισσότερες, εντονότερες, κάποτε τραυματικές και διεκδικητικές, διάσπαρτες σε πολλά σημεία του παρελθόντος και του παρόντος του∙ ο τρόπος, ωστόσο, με τον οποίο τις ανακαλεί, προδίδει και μια προσπάθεια να κρατηθεί σε απόσταση ασφαλείας από ό,τι θα μπορούσε να τον εμπλέξει συναισθηματικά, από ό,τι θα μπορούσε να τον καθηλώσει σε δυσάρεστες καταστάσεις, ανασταλτικές της αναρριχητικής κοι-νωνικής του πορείας.

Γνήσιο τέκνο της εποχής του και χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της γενιάς του∙ της χαμένης γενιάς της μεταπολίτευσης (της γενιάς που -κατά την παραδοχή της περισσότερο υποψιασμένης και κοινωνικά-ιδεολογικά προβληματισμένης, «εξαφανισμένης» γυναίκας του- αποδείχτηκε «πιο προδοτικής απ’ όλες. Που νόμισε αλλά δεν πίστεψε. Αντέδρασε αλλά δεν αγωνίστηκε»), απεχθάνεται τις ιδεολογικές συγχύσεις και περιπλοκές. Εγωκεντρικός, ανασφαλής, ματαιόδοξος, μισαλλόδοξος, πειθήνιος και υποτακτικός στους ανωτέρους του, λάτρης των τύπων και της τάξης, έχοντας συστηματικά απεμπολήσει τις όποιες υγιείς καταβολές του από το επαρχιακό περιβάλλον όπου μεγάλωσε, με μνήμη άκρως επιλεκτική, με αναπτυγμένο στο έπακρο έναν επιβιωτικό μηχανισμό εκλογίκευσης, εθελοτυφλώντας μπροστά σε ό,τι θα μπορούσε να διαταράξει την εφησυχασμένη συνείδησή του και να τον εκτροχιάσει από την ανοδική επαγγελματική του πορεία, εξιδανικεύει τα κακώς κείμενα. Έτσι, η μνήμη του Τσέρνομπιλ παρακάμπτεται και δεν στέκεται εμπόδιο στη φιλοδοξία του να αναρριχηθεί σε μια από τις υψηλότερες ιεραρχικά θέσεις της εταιρείας στην οποία εργάζεται∙ μιας από τις μεγαλύτερες εταιρείες της χώρας, με αντικείμενο τη γενετική μηχανική και, πιο συγκεκριμένα, την εκμετάλλευση των βιογενετικών εξελίξεων και την παραγωγή γενετικά τροποποιημένων τροφίμων (χαρακτηριστικό δείγμα η δημιουργία ενός είδους κερασιάς, που τα κεράσια της είναι εντυπωσιακά στην όψη, πλην όμως είναι άνοστα και, το σημαντικότερο, δεν έχουν κουκούτσια∙ είναι στέρφα, προϊόντα καταληκτικά μιας ασυλλόγιστης μεταλλακτικής διαδικασίας και συμβολικά της δίχως βιολογικό-ηθικό έρμα ζωής των εγκλωβισμένων στα γρανάζια αυτής της διαδικασίας προσώπων).

Αλλά η «μεταλλακτική» δραστηριότητα της εταιρείας δεν περιορίζεται στα προϊόντα που παράγει και εκμεταλλεύεται∙ δεν περιορίζεται στο γενετικό υλικό των φυτικών και ζωικών ειδών, θέτοντας σε κίνδυνο την οικολογική ισορροπία. Επεκτείνεται παρεμβατικά και στις ζωές και, κατά κύριο λόγο, στις ψυχές και στις συνειδήσεις των υπαλλήλων της, προκειμένου να τους έχει πειθήνια όργανα στην απρόσκοπτη ευόδωση των, αμετακίνητα, κερδοσκοπικών στόχων της, διατηρώντας κι αυτούς μεταλλαγμένους, «ως εξελιγμένο είδος μιας ψυχικής, ηθικής και πνευματικής διαφοροποίησης». Ώστε, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όχι απλώς να υποτάσσονται αδιαμαρτύρητα στις άκαμπτες κανονιστικές διατάξεις της εργοδοσίας, αλλά και, εκλογικεύοντας τις όποιες αδυναμίες και ανεπάρ-κειές τους, την ηθική τους μειονεξία και τη θρασυδειλία τους, να θεωρούν εαυτούς υποδείγματα επαγγελματικής ευσυνειδησίας και στυλοβάτες της κοινωνικής ευταξίας και να εκλαμβάνουν ως αδυναμία και ανικανότητα την αντίσταση που κάποιοι -ο καθένας στο μέτρο των αναγκών του και των δυνατοτήτων του- τόλμησαν να προβάλουν στους ισοπεδωτικούς μηχανισμούς του κεφαλαίου.

Στην κατηγορία των «υποταγμένων» εντάσσεται και ο «απολογούμενος» στην εξαφανισμένη σύζυγό του και στον εαυτό του ήρωας, ο οποίος δεν θέλει να παραδεχτεί ότι η επαγγελματική -και, κατ’ επέκταση, η κοινωνική- του αναρρίχηση οφείλεται στην, εκ μέρους του, σταδιακή απεμπόληση βασικών ηθικών αρχών και δεδομένων απαραίτητων για την ενεργοποίηση του μηχανισμού της αυτογνωσίας. Ακόμα και τώρα, που, κάτω από την επήρεια ηρεμιστικών φαρμάκων, με χαμένη την αίσθηση του χρόνου (η μία εβδομάδα που, στην πραγματικότητα, έχει διανυθεί από το χρονικό σημείο της «εξαφάνισης» της γυναίκας του -που αποτέλεσε, σε συνδυασμό με την επιβραβευτική της υποτέλειάς του προαγωγή του- το έναυσμα αυτής του της «απο-λογιστικής» απολογίας, γι’ αυτόν έχει συρρικνωθεί σε μία νύχτα) γράφει με πρόθεση να καταθέσει την αλήθεια της ζωής του, να ρίξει φως στις σημαντικότερες περιόδους της, δεν είναι απελευθερωμένος από την τάση, που έχει γίνει δεύτερη φύση του: να αισθάνεται δικαιωμένος στα μάτια των άλλων και, ιδίως, των πάνω απ’ αυτόν ιστάμενων στο στενότερο επαγγελματικό και στο ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον. Ό,τι, πρωτίστως, ακόμα και τώρα, φαίνεται ότι τον ενδιαφέρει, είναι η αναρρίχησή του στα ανώτερα ιεραρχικά στρώματα της εταιρείας και το κράτημα μιας απόστασης ασφαλείας από γεγονότα και καταστάσεις που θα μπορούσαν να αφυπνίσουν τη συνείδησή του και να μετριάσουν τη χαρά του για τη μόλις πριν από λίγο τοποθέτησή του στη θέση του διευθυντή του τμήματος της εταιρείας στην οποία εργάζεται. Από μνήμες που θα μπορούσαν να αμαυρώσουν τη στιγμή του προσωπικού του θριάμβου, του βασισμένου στην ψευδαίσθηση ότι, επιτέλους, ανταμείφθηκε για την ψοφοδεή στάση και υποταγή του στη βούληση και στις επιταγές των ισχυρών, περνώντας από την κατηγορία των αδύναμων και δίχως δικό τους πρόσωπο ανθρώπων στην κατηγορία αυτών που περιβάλλονται από την ισχύ ενός ατομικού «εγώ»∙ από την κατηγορία των κατά σύμβαση αρσενικών, στην κατηγορία των πραγματικών ανδρών.

Ακόμα και τώρα, τη στιγμή της κορύφωσης της πραγ-ματικής ή, έστω, νομιζόμενης υπαρξιακής του κρίσης, που, κανονικά, θα έπρεπε όλα να τίθενται εν αμφιβόλω, ο συντάκτης του απολογητικού υπομνήματος -και ήρωας του περί ου ο λόγος μυθιστορήματος- υπεκφεύγει∙ αρνείται να αντιμετωπίσει την αλήθεια κατά πρόσωπο, εξωραΐζοντας και εξιδανικεύοντας γεγονότα, ρόλους και καταστάσεις. Στον περιορισμό της θέας του προς την αλήθεια, τον βοηθούν και τα ηρεμιστικά φάρμακα που του χορηγήθηκαν για να αντιμετωπίσει κάτι που δεν είναι σε θέση να θυμηθεί και να αξιολογήσει, οπότε ανακαλεί και ανασκευάζει περιστατικά της ζωής του με ανεσταλμένες τις νοητικές του δυνατότητες, με την κρίση και τη βούλησή του «σε κατάσταση ελεγχόμενης και μηχανικής υπολειτουργίας», κρατώντας πάντα τις απαραίτητες αποστάσεις ασφαλείας από την εξωτερική και την εσωτερική πραγματικότητα. Αυτήν ακριβώς την ψυχική και πνευματική μετάλλαξη ενός ανθρώπου που επιλέγει τον δρόμο της δικαίωσης στα μάτια των άλλων από τον επίφοβο, επίβουλο και κακοτράχαλο δρόμο της δικαίωσης στα δικά του μάτια, ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης την καταγράφει, τη σκηνογραφεί και τη σκηνοθετεί, κινούμενος με χαρακτηριστική άνεση ανάμεσα στην ψυχογραφία και την ηθογραφία, τον ρεαλισμό και την αλληγορία. Η συχνά παρατηρούμενη υπέρβαση κάποιων περιγραφικών ορίων, οι πλατειασμοί, οι κάποτε περιττές επαναλήψεις, εν τη ρύμη της μνήμης, σκηνών του παρελθόντος, οι, σαν από υπερβάλλοντα ζήλο, εμμονές του να πολιορκήσει από παντού το, εν τέλει, αυτονόητο, μπορεί να μειώνουν, σε καμία περίπτωση, ωστόσο, δεν αναιρούν το απο-τέλεσμα του εγχειρήματός του. Το κυριότερο, ακόμα κι όταν περισπούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη, δεν παύουν να τον κρατούν σε αναγνωστική εγρήγορση.

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Κυριακάτικη Αυγή, 19.06.





Τροποποιήσεις εν γένει

Στο τέταρτο λογοτεχνικό του βιβλίο (και δεύτερο μυθιστόρημά του μετά «Το παραμύθι του ύπνου») ο σαραντάχρονος Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, φιλόλογος στη δημόσια εκπαίδευση, εστιάζει και πάλι το ενδιαφέρον του στις συντεταγμένες της σύγχρονης κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας και τις ποικίλες επιδράσεις τους στον ανθρώπινο ψυχισμό. Στο στόχαστρό του αυτή τη φορά η ανθούσα στους καιρούς μας βιομηχανία των γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων και αφ’ ετέρου η τροποποίηση των ανθρώπινων συνειδήσεων, στην προοπτική απόλαυσης του «δικαιώματος της προσωπικής ευημερίας».

Ο ήρωας του μυθιστορήματος είναι ένας άνθρωπος σημαδεμένος από τραυματικές εμπειρίες, που έχει καταφέρει να σταθεί στα πόδια του και «να τα έχει όλα στη ζωή του»: ισορροπημένο γάμο, καλό πόστο σε εταιρεία γενετικής τροποποίησης τροφίμων, ιδιόκτητη μονοκατοικία και ελεύθερο χρόνο, τον οποίο αφιερώνει στην καλλιέργεια του κήπου του.

Εντούτοις, κάτι που δεν μπορεί να προσδιορίσει πηγαίνει στραβά στη ζωή του. Η γυναίκα του, εργαζόμενη στην ίδια εταιρεία -ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένη σχετικά με τις αρνητικές συνέπειες των μεταλλαγμένων στην ανθρώπινη υγεία- απουσιάζει αναίτια από το γραφείο της. Η υπηρεσία έρευνας της εταιρείας φαίνεται να τον παρακολουθεί και να του στήνει παγίδες. Αρκετοί συνάδελφοί του, τέλος, δείχνουν μια παράξενη, υπονομευτική συμπεριφορά εναντίον του.

Εντελώς χαμένος μέσα σε μια πραγματικότητα της οποίας τις συντεταγμένες δείχνει ότι δεν μπορεί πλέον να διακρίνει, ο ήρωας καταδύεται άναρχα στις αναμνήσεις του, φιλτράροντάς τες ιδιότυπα μέσα στον διαταραγμένο και γεμάτο μνημονικές «μαύρες τρύπες» ψυχισμό του, και αναζητώντας απαντήσεις σε ερωτήματα που ο ίδιος αδυνατεί να θέσει.

Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης στήνει μια ιστορία εσωτερικής πλοκής με διαδοχικές κλιμακώσεις και μια έντονη -και μάλλον απροσδόκητη- κορύφωση με αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο.

Με όπλο τη στέρεη, καλοδουλεμένη γλώσσα και την εκφραστική δύναμη, ο συγγραφέας μας ξεναγεί στην ιδιότυπη και πολλαπλώς τραυματισμένη ψυχοσύνθεση ενός συμβιβασμένου ανθρώπου, συνδέοντας το υπαρξιακό δράμα του με την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα των καιρών.

Μυθιστόρημα πολιτικό και ταυτόχρονα ψυχολογικό, η «Αστοχία υλικού» μάς μιλά για την αιχμαλωσία του σύγχρονου ανθρώπου από τις πανίσχυρες οικονομικοκοινωνικές δομές των καιρών και μας υπενθυμίζει πως η αντίσταση αποτελεί στους καιρούς μας ζήτημα ζωής και θανάτου.

Με όπλο τη στέρεη, καλοδουλεμένη γλώσσα και την εκφραστική δύναμη, ο συγγραφέας μας ξεναγεί στην ιδιότυπη και πολλαπλώς τραυματισμένη ψυχοσύνθεση ενός συμβιβασμένου ανθρώπου, συνδέοντας το υπαρξιακό δράμα του με την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα των καιρών.

Μυθιστόρημα πολιτικό και ταυτόχρονα ψυχολογικό, η «Αστοχία υλικού» μάς μιλά για την αιχμαλωσία του σύγχρονου ανθρώπου από τις πανίσχυρες οικονομικοκοινωνικές δομές των καιρών και μας υπενθυμίζει πως η αντίσταση αποτελεί στους καιρούς μας ζήτημα ζωής και θανάτου.

 Νίκος Κουνενής, Καθημερινή, 13.07.10





Άνθρωποι εν μεταλλάξει

Πριν από σαράντα χρόνια, Ιούλιο 1970, είχαν εκδοθεί τα «Δεκαοχτώ κείμενα». Ο Μανόλης Αναγνωστάκης συμμετείχε με την ενότητα «Ο Στόχος», που αποτελείται από 16 ποιήματα. Οπως γράφει ο Αλέξανδρος Αργυρίου, δύο από αυτά και το «Ημερολόγιο της Δικτατορίας», που είχε δώσει ο Νίκος Κάσδαγλης, εκτιμήθηκε από τον νομικό σύμβουλο της ομάδας, τον Αναστάσιο Πεπονή, ότι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κατάσχεση της έκδοσης και αφαιρέθηκαν. Το ποίημα του Αναγνωστάκη «Μέρες του 1969 μ.Χ.» είναι το τέταρτο στη σειρά από τα 14 τελικώς δημοσιευθέντα σε εκείνη την έκδοση. Μας το θυμίζει ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης στο καινούριο βιβλίο του, όπου συντάσσει ένα ποίημα στο πρότυπό του, υπό τον τίτλο «Μέρες του 2008 μ.Χ». Το ποίημα του Αναγνωστάκη στοχεύει την Ελλάδα των συναλλαγών, των τουριστικών γραφείων και των πρακτορείων μετανάστευσης. Του Χατζημωυσιάδη υπερβαίνει την Ελλάδα, που είναι, σήμερα πλέον, χώρα θυγατρικών εταιρειών μιας παγκοσμιοποιημένης επικράτειας, και κατευθύνει τα πυρά του στα γραφεία ενοικιάσεως εργαζομένων, στα ενυπόθηκα δάνεια, στις κλιματικές αλλαγές και στα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα. Στο ποίημα του Αναγνωστάκη απειλούνται οι ανθρώπινες σχέσεις, στο καινούριο, ο ίδιος ο άνθρωπος ως είδος. Στο πρώτο, μένει ακόμη στους ανθρώπους η ελπίδα να γνωρίσουν καλύτερες μέρες «τα παιδιά των παιδιών τους ή τα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους». Στο δεύτερο, ο στίχος συμπληρώνεται: «αν βέβαια συνεχίσουν να γεννιούνται παιδιά».

Ο Χατζημωυσιάδης γεννήθηκε τη χρονιά που εκδόθηκαν τα «Δεκαοκτώ κείμενα», και εξέδωσε το πρώτο βιβλίο του άνοιξη 2005. Τα τέσσερα βιβλία του, που κυκλοφόρησαν εντός της πενταετίας, μια συλλογή διηγημάτων, μια νουβέλα και δύο μυθιστορήματα, συστήνουν έναν κοινωνικά ευαισθητοποιημένο συγγραφέα. Στο πρόσφατο, δεύτερο μυθιστόρημά του, πρωταγωνιστεί ένα ζευγάρι συνομηλίκων του. Η ηρωίδα εμφανίζεται σαν alter ego του συγγραφέα. Εχει αδυναμία στους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς και διατηρεί ιστολόγιο, που τιτλοφορεί «Ιχνηλασίες», όπως κι εκείνος. Η τελευταία ανάρτηση στο ιστολόγιό της είναι το προαναφερθέν ποίημα του Αναγνωστάκη. Μια προηγούμενη έχει ημερομηνία 16 Νοεμβρίου 2007 και γράφει για τη δική της γενιά και το Πολυτεχνείο: «Της μεταπολίτευσης τη χαμένη γενιά. Την πιο χαμένη απ' όλες. Την πιο λίγη απ' όλες. Την πιο προδοτική απ' όλες. Πού νόμισε, αλλά δεν πίστεψε. Που αντέδρασε, αλλά δεν αγωνίστηκε. Που γιόρτασε, αλλά δεν τίμησε. Οχι, εγώ αύριο δεν γιορτάζω το Πολυτεχνείο. Εγώ αύριο ξανασκυλεύω το Πολυτεχνείο. Εγώ κι όλοι οι όμοιοί μου». Εν ολίγοις, στο στόχαστρο μπαίνει η γενιά της. Κυρίως, όμως, ο σύζυγός της, η στάση και τα έργα του.

Με το καινούριο βιβλίο του, ο Χατζημωυσιάδης κερδίζει το αναγνωστικό ενδιαφέρον χάρη στο θέμα που επιλέγει αλλά και τη μορφή που υιοθετεί. Εχοντας καλύψει στα προηγούμενα βιβλία του, σε μια πρώτη προσέγγιση, τα λίγο-πολύ πεπατημένα εδάφη, όπως οι μετανάστες και η επιτελούμενη καταστροφή του περιβάλλοντος, προχωρεί σε μια σχετικά ανέγγιχτη περιοχή. Επιλέγει το θέμα των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων, τα οποία, παρότι συνιστούν κυρίαρχη απειλή, δεν έχουν απασχολήσει την εγχώρια πεζογραφία. Οσο, όμως, ερεθιστικό κι αν είναι ένα θέμα, εκείνο που καθορίζει την αναγνωστική του εμβέλεια, κυρίως το λογοτεχνικό του αποτύπωμα, είναι ο αφηγηματικός τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται. Πιστεύουμε ότι στο προηγούμενο μυθιστόρημά του, «Το παραμύθι του ύπνου», ο εγκιβωτισμός της ιστορίας σ' ένα πλαίσιο του τύπου «Χίλιες και μία νύχτες», με τον πατέρα σαν άλλη Χαλιμά να λέει παραμύθια στην κόρη του για να αποκοιμηθεί, απονευρώνει την αφήγηση. Σε αντίθεση με το πρόσφατο, όπου η αφήγηση καλλιεργεί το σασπένς.

Ο ήρωας του μυθιστορήματος συνειδητοποιεί ότι έχει προσωρινή απώλεια μνήμης. Ακριβώς όπως συμβαίνει στο πρόσφατο μυθιστόρημα του Γιάννη Μακριδάκη, «Ηλιος με δόντια». Σε μια προσπάθεια να θυμηθεί, αρχίζει να αφηγείται. Του Μακριδάκη ο ήρωας μονολογεί, απευθυνόμενος στο είδωλό του στον καθρέφτη. Του Χατζημωυσιάδη, γράφει στον υπολογιστή, κάτι σαν «απολογητικό υπόμνημα», όπως είναι ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου. Το απευθύνει στη σύζυγό του, που απουσιάζει γι' αυτόν ανεξήγητα. Ο πρώτος πιστεύει ότι διά της επαναλήψεως θα συμπληρωθεί η «μαύρη τρύπα στο κεφάλι του», ενώ ο δεύτερος καταπολεμά τη συσκότιση της μνήμης του με γλωσσικούς συνειρμούς. Κι αυτό, λόγω επαγγελματικής διαστροφής, δεδομένου ότι πρόκειται για έναν επιμελητή κειμένων. Δηλαδή, έναν άνθρωπο που φροντίζει να τηρούνται οι κανόνες της γλώσσας. Είναι «ένας χωροφύλακας της γλώσσας», όπως τον αποκαλεί υποτιμητικά η σύζυγός του, ο οποίος, με το πρόσχημα ότι τιθασσεύει τις λέξεις, επιδιώκει να χειραγωγήσει τις ιδέες των συγγραφέων. Κατ' επέκταση, όμως, και ένας άνθρωπος συνηθισμένος να πειθαρχεί σε κανόνες και κανονισμούς. Η διαφορά από το μυθιστόρημα του Μακριδάκη είναι ότι σε εκείνο η ανατροπή έρχεται από το παρελθόν, ενώ, εδώ, από το παρόν και συγκεκριμένα, από τον περιβάλλοντα χώρο, στον οποίο εργάζεται το ζεύγος. Πρόκειται για μια εταιρεία γενετικών ερευνών, όπου ισχύει ένα απολυταρχικό σύστημα κανόνων, που παραπέμπει στο μυθιστόρημα του Τζορτζ Οργουελ «1984». Ολοι οι υπάλληλοι βρίσκονται υπό συνεχή παρακολούθηση, δέσμιοι ενός «εσωτερικού κανονισμού», που επεκτείνεται και εκτός εταιρείας, ρυθμίζοντας και τον ιδιωτικό τους βίο. Εκτός από τους πληροφοριοδότες του προϊσταμένου, υπάρχει μια σκιώδης «υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου», που στοιχειώνει τον ύπνο του αφηγητή.

Ο ήρωας, όπως και ο αφηγητής παραμυθιών στο προηγούμενο μυθιστόρημα του Χατζημωυσιάδη, φαίνεται πλασμένος στο πρότυπο ενός μέσου Ελληνα, καθώς επιδεικνύει κάποια χαρακτηριστικά ελαττώματα και συμπεριφορές. Εμφανίζεται ατομικιστής, επαίρεται ότι γνωρίζει να επωφελείται ακόμη και από τα τραγικά περιστατικά που του έχουν συμβεί, όπως ο θάνατος της πρώτης του αγαπημένης με δική του υπαιτιότητα. Κύριο, όμως, μέλημά του είναι η επαγγελματική του ανέλιξη, πατώντας, στην κυριολεξία, επί πτωμάτων. Στο καθεστώς τρομοκρατίας, που αντιπροσωπεύει η Εταιρεία, ένας ευθυνόφοβος και πειθήνιος όπως αυτός, δείχνει ο ιδανικός για τη θέση του διευθυντή, καθώς υπερβάλλει σε ζήλο και πανουργία. Η απειλή που συνιστούν τα μεταλλαγμένα προϊόντα, δηλώνεται έμμεσα. Από τη μια, η Εταιρεία διαφημίζει τη «γεωργική επανάσταση», που θα σώσει την ανθρωπότητα από «το τροφικό τσουνάμι» και από την άλλη, στον κήπο του ήρωα θάλλει μια γενετικώς τροποποιημένη κερασιά, που βγάζει άγευστο καρπό. Ο αφηγητής, ξεκινώντας από τη μελοδραματική ανιστόρηση συμβάντων της εφηβείας του, αποκαλύπτει την τερατόμορφη πλευρά του εαυτού του, αποκρουστική όσο και συνηθισμένη. Μένει η ανατροπή του τέλους, που αιφνιδιάζει. Οχι με όσα αποκαλύπτει ότι είχαν συμβεί, τα οποία, από ένα σημείο της αφήγησης και ύστερα, διαφαίνονταν. Αλλά με το γεγονός ότι ο ήρωας βρίσκει την ευτυχία διαγράφοντας το παρελθόν. Καταλήγει, δηλαδή, στο «βασίλειο της λήθης». Η τελευταία του φράση: «... εγώ συνεχίζω να υπάρχω και θα συνεχίσω για πάντα να υπάρχω, ενώ εσείς... έχετε πάψει να υπάρχετε...», μοιάζει με εφιαλτική προφητεία του νέου τύπου ανθρώπου που εκπροσωπεί. Φτάνει, μάλιστα, να πιστεύει ότι στο τέλος θα επικρατήσει έναντι του προηγούμενου, που διατηρούσε, έστω και στοιχειωδώς, κάποια ανθρωπιστικά στοιχεία.

Μ. Θεοδοσοπούλου, Βιβλιοθήκη, Ελευθεροτυπία, 7.8.2010





Στράτευση στον Κυνισμό

Η οικονομική κρίση που παρήγαγε ήδη ανεξάντλητες δαπανηρές σελίδες αναλύσεων και ατέλειωτα terabytes ψηφιακής γραφής τι είδους λογοτεχνία άραγε θα γεννήσει στην Ελλάδα; Θα ανανεώσει μια οικεία, ιδίως στη Θεσσαλονίκη, παράδοση εσωστρέφειας και αναστοχασμού ή θα επαναφέρει (σε πρωτόγνωρη, ωστόσο, βάση) την πολιτική γραφή και το αίτημα της λογοτεχνικής στράτευσης;
Τα αντανακλαστικά του λογοτεχνικού δυναμικού μας είναι βεβαίως μαθημένα στην προσεκτική αναμονή (ας πούμε: ο πολυθρύλητος Δεκέμβρης του 2008 προς το παρόν απέφερε ένα μόνο μυθιστόρημα, τον «Ανίσχυρο Άγγελο» (εκδ. Πατάκη) από τον Μάνο Κοντολέων). Ωστόσο εδώ η κατάσταση επιτρέπει ακρότητες και διακινδυνεύσεις, καθώς το ερέθισμα έχει χαρακτηριστικά ασφαλούς καθολικότητας που εκ πρώτης όψεως λυτρώνουν από την αμηχανία του «με ποιους να πας» - από ποιον δρόμο είναι άλλο ερώτημα;

Είτε με τάση εσωστρεφή είτε με τη δίκοπη δυναμική της στράτευσης, αν η μυθιστοριογραφική αντίδραση στη νέα τάξη πραγμάτων που βάζει μονομιάς στην άκρη δεκάδες ερωτήματα τα οποία φάνταζαν εξαιρετικά επίκαιρα για την ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια, υιοθετήσει την αριστερή ρητορεία των προδομένων οραμάτων, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα ανταποκριθεί στις προσδοκίες ενός κοινού που δυνητικά ανανεώνει τη δεξαμενή των αναγνωστών σε περιόδους κρίσης. Ο κυνισμός, αντιθέτως, συστατικό χαρακτηριστικό της συζήτησης για spread, δανεισμούς και «νευρικών αγορών», που λες και γίνονται ερήμην προσώπων, είναι μάλλον πολύ γονιμότερο πεδίο για να αναπτυχθούν ουσιώδεις λογοτεχνικές προτάσεις.
Το μυθιστόρημα «Αστοχία Υλικού» (εκδ. Μεταίχμιο) του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη δεν είναι βεβαίως γέννημα της κρίσης, ωστόσο περιέχει σε αρχετυπική μορφή το παραπάνω δίλημμα και γέννησε απροσδόκητα αυτήν την παραναγνωστική προσέγγιση. Ο ήρωας, επιμελητής κειμένων σε πολυεθνική εταιρεία παραγωγής μεταλλαγμένων προϊόντων, τηρεί με ευλάβεια το πρωτόκολλο της επιχείρησης, που απαιτεί πειθαρχία λάγκερ. Ερωτεύεται ωστόσο και παντρεύεται κρυφά συνάδελφό του, μεταφράστρια. Το βάρος της επιχειρηματικής πολιτικής που ευαγγελίζεται τη χορτάτη ανθρωπότητα του μέλλοντος συνθλίβει και τους δύο με διαφορετικό, όμως, τρόπο και άλλες συνέπειες: η σύζυγος δοκιμάζεται από την ενοχική αριστερή συνείδησή της και οδηγείται στην αυτοκτονία, ο σύζυγος στρατεύεται στον κυνισμό του μεταλλαγμένου μεσσιανισμού και ανέρχεται στην ιεραρχία που επί χρόνια τον δυνάστευε

Η πρώτη αναγνωστική αντίδραση ήταν ερεθισμένη από αυτά που φάνηκαν αμήχανα κλισέ, η δεύτερη εισέπραξε ένα κρυμμένο νεύμα καλωσορίσματος σε μια πειστική δυστοπία, με την οποία ελπίζω να αναμετρηθεί σύντομα η νεοελληνική λογοτεχνική παραγωγή.

Γιάννης Κοτσιφός, Παράλλαξη, τεύχος Μαΐου





Υπαλλήλου Ανάβαση

Στο θρίλερ της καθημερινότητας

Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης (γενν. 1970) στέλνει για δουλειά τον ήρωα του τέταρτου κατά σειρά βιβλίου του σε μια καφκική εταιρεία βιοτεχνολογίας. Η εργασιακή ημέρα που εκτυλίσσεται στο μυθιστόρημα είναι οπωσδήποτε δύσκολη. Το εν λόγω αφηγηματικό πρωινό, εξαρχής δυσοίωνο, ο Θάνος Αποστόλου φτάνει στο κτήριο της εταιρείας με ρούχα διάστικτα με κόκκινες κηλίδες και λάσπες στα παπούτσια του, εμφάνιση που αντίκειται τόσο στον στοιχειώδη υπαλληλικό καθωσπρεπισμό όσο και στις υψηλές επαγγελματικές του προσδοκίες. Ωστόσο εκείνο που τον φοβίζει πολύ περισσότερο από την ενδεχόμενη επίπληξη του προϊσταμένου του, τον οποίο παρεμπιπτόντως αδημονεί να αντικαταστήσει, είναι η απροθυμία της μνήμης του να ανακαλέσει τα περιστατικά που κατέληξαν στο στραπατσάρισμα της εικόνας του. Η χρονική αλληλουχία έχει θρυμματιστεί στο μυαλό του και μόνο το στιβαρό οικοδόμημα της εταιρείας με τους οχτώ ορόφους του τον καθησυχάζει, και γι' αυτό σπεύδει να χωθεί στον τέταρτο από αυτούς.

Όπως αποδεικνύεται, βέβαια, το αίσθημα της ασφάλειας είναι ό,τι ακριβώς δεν παρέχει η συγκεκριμένη εταιρεία στους εργαζομένους της. Αντιθέτως, ο μηχανισμός επιβολής στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην ανασφάλεια και την καχυποψία, που υποθάλπουν τα άρθρα ενός εσωτερικού κανονισμού δαιμονικής προνοητικότητας. Κατά μία έννοια, η αποδοτικότητα των υπαλλήλων διασφαλίζεται από ένα διαρκές αίσθημα ενοχής, που εξαπολύεται επιτήδεια από τις κορυφές της ιεραρχίας. Ο καθένας μπορεί να βρεθεί ανά πάσα στιγμή υπόλογος για την οιαδήποτε ολιγωρία, ο καθένας είναι απροστάτευτος, για όλους υπάρχουν ενοχοποιητικές ενδείξεις.
Σε αυτό τον κλειστοφοβικό μικρόκοσμο ο ήρωας απασχολείται με ένα οξύμωρο, σχεδόν αντιδεοντολογικό, μέλημα. Πασχίζει να σχηματοποιήσει εκ νέου το πρόσωπό του, αναζητώντας το στα θρύμματα της μνήμης του, ενόσω το υπαλληλικό του καθήκον επιτάσσει την ανωνυμία και την αποποίηση της ατομικότητας, εν ολίγοις τον πληθυντικό αριθμό και όχι τον ενικό, που εκείνος μανιωδώς αποζητεί. Όμως η δυσλειτουργία της συνείδησής του δεν έχει σβήσει μόνο νευραλγικά κομμάτια της ιδιωτικότητάς του, αλλά και έχει διασαλεύσει σοβαρά την πρόσληψη του εαυτού του ως μέρους ενός συνόλου. Από τη στιγμή που αδυνατεί να αντιληφθεί το «εγώ» που ανέκαθεν ήταν, είναι ανίκανος να γίνει και πάλι ένας από τους άλλους, εκείνους που κάθονται στα διπλανά γραφεία κατασκοπεύοντας την ασυνήθη αδράνειά του. Το μόνο σημείο στο χώρο εργασίας που συντονίζεται απολύτως με το κενό της μνήμης του είναι η απουσία της Ελπίδας. Η άδεια καρέκλα της μοιάζει να αποτελεί σκέλος του ίδιου γρίφου που ευθύνεται και για τη μνημονική του διαταραχή. Η ανεξήγητη απουσία της γυναίκας του από το γραφείο εντείνει την ανησυχαστική αίσθηση της διαγραφής του πρόσφατου παρελθόντος. Οι εικασίες του ήρωα γίνονται ολοένα και πιο σκοτεινές, καθώς η μορφή της γυναίκας του συγχέεται κατά την ανάκλησή της με ένα άλλο γυναικείο πρόσωπο, νεκρό από καιρό. Η εικόνα της αλλοτινής αγαπημένης, ντυμένης ένα μακάβριο νυφικό, διαπλέει τη σκοτοδίνη της μνήμης, σαρώνοντας τις άμυνές του, περιφρονώντας την άσκησή του στη λήθη. Η αγωνία του για την Ελπίδα τον φέρνει ξανά αντιμέτωπο με εκείνη τη νεκρή, που σαν να είχε μείνει άταφη, πολιορκούσε για πολλά χρόνια τη ζωή του. Η ανάμνησή της ήταν για εκείνον: «Ενα άταφο πτώμα έξω από τον ανοιγμένο λάκκο του μυαλού μου». Ενας λάκκος που πρόβαλλε και πάλι ανοιχτός, έτοιμος να υποδεχθεί το δεύτερο θύμα του.
Ωστόσο, δεδομένων των συνθηκών, η στοίβα με τα προς διόρθωση έγγραφα που υψώνεται πάνω στο γραφείο του, επείγει σαφώς περισσότερο από μια διαφυγούσα Ελπίδα. Με το κόκκινο στυλό στο χέρι του θα καταφέρει, όπως τόσες άλλες φορές, να παρηγορηθεί από την ψευδαισθητική δύναμη διόρθωσης των λαθών και αποκατάστασης του νοήματος, ακόμα και αν αυτή η δύναμη αναλώνεται στην έκταση μιας σελίδας. Οι γραμματικοί κανόνες λειτουργούν σαν αγχολυτικό, περιορισμένης επενέργειας έστω. Αν, από την άλλη, η επαναφορά της τάξης στην επικράτεια της γλώσσας δεν δρομολογήσει τελικά άλλες, πιο επιτακτικές, τακτοποιήσεις, θα έχει τουλάχιστον συνεργήσει στην απρόσκοπτη αναρρίχηση στο σωρό των υποχρεώσεων.
Ο Χατζημωυσιάδης συναιρεί εύστοχα τον ζόφο της εργασιακής μονοτονίας με τη συνειδησιακή παράλυση του ήρωα, παγιδεύοντάς τον σε ένα παρόν που αντιστρατεύεται κάθε έννοια παρελθόντος και προσωπικής ταυτότητας. Διανύοντας την απόσταση από το σπίτι μέχρι τη δουλειά του, ο ήρωας φαίνεται να έχει χάσει ολοσχερώς την υπόστασή του. Η θέση του στην εταιρεία ακυρώνει την ιδιοπροσωπία του. Ο ίδιος έχει πλήρη επίγνωση αυτού του ακρωτηριασμού: «μια αόριστη αντωνυμία ήμουν σε θέση πάντα αντικειμένου, που πάσχισε κάποτε να εξελιχθεί σε κύριο όνομα γένους αρσενικού, αλλά διατηρούνταν τώρα στην κατάσταση ενός υπό διόρθωση εκφραστικού λάθους το οποίο από στιγμή σε στιγμή θα γινόταν κόκκινη μουντζούρα στο ολοκάθαρο κείμενο της εταιρείας».

Κατά το ωράριο εργασίας οφείλει να σκαρφαλώνει, υποβασταζόμενος από το κόκκινο στυλό του, στη στοίβα με τα υπηρεσιακά έγγραφα, απαλλαγμένος από βαρυτικούς παράγοντες, όπως η αυτοσυνειδησία. Διότι την επόμενη μέρα θα χρειαστεί να ξαναγίνει «καθένας» για να αποδυθεί, από τα χαμηλά πάλι, στην ανάβαση. «Μια οχτάωρη, εννιάωρη και δεκάωρη καθημερινή ανάβαση η δουλειά μου: από την πεδιάδα του ξύλινου γραφείου ώς τη χιονισμένη κορυφή της χαρτούρας, και ξανά την άλλη μέρα και ξανά την άλλη μέρα και ξανά την άλλη μέρα. Κάθε μέρα ανέβαινα και κάθε μέρα κάτω ήμουν».

Η αποπροσωποποίηση του ήρωα δεν αναιρεί την προσωπική του ευθύνη, αλλά αντιθέτως συνιστά την απόρροιά της. Είναι αναμφίβολα οξυδερκές εκ μέρους του συγγραφέα το ότι επενδύει τη νοητική σύγχυση του πρωταγωνιστή με έναν ξεκάθαρα παγιωμένο κυνισμό, ο οποίος βρίσκεται σε τέλεια συστοιχία με τη σηπτικότητα του εργασιακού περιβάλλοντος. Ο κυνισμός του υποδηλώνει την εν πολλοίς εθελούσια καταστολή της μνήμης του. Μια μνήμη την οποία είχε νικήσει στο παρελθόν, στην προσπάθειά του να σφραγίσει τον λάκκο στο μυαλό του. Από τότε που κατήγαγε αυτή την κρίσιμη νίκη, μπορούσε να αντεπεξέρχεται σε κάθε εργασιακή ημέρα χάρη στην υπεραξία που εξασφάλισε «από το αίμα που ξεράθηκε πάνω στην άσφαλτο ενός επαρχιακού δρόμου»· αίμα που φρόντισε να ξεχάσει διά παντός. Συνεπώς η επιλεκτική αμνησία του τη δεδομένη στιγμή είναι ένας δοκιμασμένος από παλιά τρόπος διόρθωσης της πραγματικότητας. Οχι μόνον η επαγγελματική του επιβίωση, αλλά και η προσδοκώμενη απόσπαση του εαυτού του από το ίζημα της υπαλληλικής μάζας, προϋποθέτουν τη νάρκωση της αυτοαντίληψης και το θάψιμο ιδιόχειρων λαθών. Φαίνεται πως προτού ανεβεί στον τέταρτο όροφο της εταιρείας εκείνο το πρωινό, ο ήρωας είχε περάσει ξανά από το «νεκροτομείο της ηθελημένης πλάνης» για να καταψύξει τη συνείδησή του. Ο συγγραφέας καγχάζοντας την ευτέλεια των απαντοχών του, τον επιβραβεύει στο κλείσιμο του μυθιστορήματος με την υλοποίησή τους. Ενας θρίαμβος που έρχεται να προσεπικυρώσει την ηθική του πανωλεθρία.
Αγγίζοντας το ύψος που ανέκαθεν εποφθαλμιούσε, ο Θάνος Αποστόλου διαθέτει πλέον το ακαταμάχητο προνόμιο να ατενίζει από ψηλά τα σκυμμένα κεφάλια των πρώην συναδέλφων του. Ο Χατζημωυσιάδης μεθοδεύει με τρόπο ευρηματικό την πτώση του ήρωα, τοποθετώντας τον σε μια θέση αρκετά υπερυψωμένη, από την οποία η εφιαλτική μετάλλαξη του εαυτού του φαντάζει σαν θαύμα της γενετικής, όμοιο με τα μεταλλαγμένα εταιρικά προϊόντα. Και επειδή η Ελπίδα συνεχίζει να λείπει, εκείνος, ως προϊστάμενός της πια αλλά και ως «εξελιγμένο είδος μιας ψυχικής, ηθικής και πνευματικής διαφοροποίησης», την απολύει, αποφασίζοντας να ξεχάσει, οριστικά αυτή τη φορά, το πληκτρολόγιο, που πριν από μερικές ημέρες είχαν βάψει με αίμα οι κομμένες φλέβες της. Μολονότι εκείνος είχε τη μεγαθυμία να παραβλέψει την «ανορθογραφία» του θανάτου της, προκειμένου να της απευθύνει ένα πολυσέλιδο απολογητικό υπόμνημα, όσο και η έκταση του μυθιστορήματος του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, εκείνη δεν είχε να αντιτάξει στον εκ βαθέων λόγο του παρά ένα σημειωματάριο, παρατημένο στο άδειο γραφείο της, όπου η επαναλαμβανόμενη λέξη «ρεπό» πιστοποιούσε την πλημμελή εργατικότητά της και εντέλει την ορθότητα της απόφασής του να την απολύσει, να την εκδιώξει από το κείμενο της ζωής του. Αλλωστε οι λέξεις ποτέ δεν τον διέψευσαν ούτε του αντιστάθηκαν.
Οπως συνήθως συμβαίνει, στο θρίλερ της καθημερινότητας οι ελπίδες αργά ή γρήγορα εκλείπουν.                                             

 Λίνα Πανταλέων, Βιβλιοθήκη, Ελευθεροτυπία, 12.02.2011

 

Στα μισά του δρόμου

Μια εταιρεία που σκορπάει τον τρόμο παρακολουθώντας τη ζωή των στελεχών της, σ' ένα μυθιστόρημα το οποίο μένει κατά ανεξήγητο τρόπο στα μισά του δρόμου. Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης «Αστοχία υλικού».

Περίπλοκες και συχνά ακατανόητες ίντριγκες, παρατεταμένες συναλλαγές κάτω από το τραπέζι, καθ' ολοκληρίαν έλλειψη εμπιστοσύνης, πρόσωπα πρόθυμα να κάνουν τα πάντα και χωρίς τον παραμικρό ηθικό περιορισμό: αυτό είναι το κλίμα το οποίο φιλοτεχνεί ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης (γεννημένος το 1970 στα Γιαννιτσά), στην «Αστοχία υλικού», το δεύτερο κατά σειρά μυθιστόρημά του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» (προηγήθηκε το «Παραμύθι του ύπνου», 2008, ενώ το έργο του συμπληρώνουν μια συλλογή διηγημάτων και μια νουβέλα).
Πρωταγωνιστής στην «Αστοχία υλικού» είναι ο καλοζωισμένος υπάλληλος μιας εταιρείας γενετικά τροποποιημένων τροφίμων. Με ικανοποιητική αμοιβή, ιδιόκτητη μονοκατοικία και εξασφαλισμένη θέση, ο ήρωας του Χατζημωυσιάδη είναι έτοιμος για έναν ανέφελο και ανθόσπαρτο βίο, ο οποίος, ωστόσο, δεν θα του δοθεί ποτέ γιατί φοβάται συνεχώς και παντού τα πάντα: φοβάται τα κείμενα τα οποία διορθώνει στην εταιρεία, φοβάται τον εσωτερικό κανονισμό της επιχείρησης, που ρυθμίζει την προσωπική ζωή των εργαζομένων, φοβάται τον προϊστάμενό του, που αυθαιρετεί κατά τον πλέον αδίστακτο τρόπο, φοβάται τον ανήσυχο χαρακτήρα της γυναίκας του, που μπορεί να αποδειχτεί επικίνδυνος για το επαγγελματικό του μέλλον, φοβάται τα παιδικά του χρόνια, που έχουν σφραγιστεί από έναν αδόκητο θάνατο, φοβάται την παρούσα πραγματικότητα, την οποία αρνείται να παραδεχτεί, ανατρέποντας με έναν σχεδόν ψυχωτικό τρόπο τα λογικά της δεδομένα.

Τοποθετώντας τη δράση του σ' ένα καθαρώς καφκικό τοπίο, που περισφίγγει τον ψυχισμό και τη συνείδηση του πρωταγωνιστή του τόσο ως εξωτερικό περιβάλλον (ο χώρος της εταιρείας ροκανίζει καθημερινά την ύπαρξή του) όσο και ως εσωτερική εικονογραφία (η οδυνηρή αίσθηση μιας αιώνιας ατομικής φυλακής), ο Χατζημωυσιάδης θέλει να γράψει ένα μυθιστόρημα για την κοινωνία των διευθυντών και το ανελέητο παιχνίδι της εξουσίας το οποίο στήνεται γύρω από την υπόσχεση της καριέρας και της ευζωίας.

Η «Αστοχία υλικού» βασίζεται σε μιαν ιδέα από την οποία θα μπορούσε να προκύψουν θαύματα, αντί τούτου, όμως, ο συγγραφέας παγιδεύεται σε μιαν αργή και ακατανόητα ανεξέλικτη δράση, που εξαντλεί πολύ γρήγορα την όποια αρχική δυναμική της, είτε ξεπέφτοντας σε διάφορες μηχανικές καταστάσεις είτε φορτώνοντας τους ήρωες με μιαν ενοχλητικά προβλέψιμη συμπεριφορά. Το καλύτερο στοιχείο του βιβλίου είναι η αδήλωτη επί μεγάλο διάστημα παράνοια του πρωτοπρόσωπου αφηγητή - κι αυτή, ωστόσο, μένει χωρίς περαιτέρω αξιοποίηση μετά την αποκάλυψή της. Ενα μυθιστόρημα που μοιάζει εγκαταλελειμμένο στα μισά του δρόμου.

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 30.05.20