Αστοχία Υλικού

Αστοχία υλικού, Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, Μυθιστόρημα, σελ. 220, εκδ. Μεταίχμιο, Απρίλιος 2010
Μπορεί να πλήρωσε ακριβό τίμημα, αλλά τώρα τα έχει σχεδόν όλα στη ζωή του: σταθερή θέση σε εταιρεία μεταλλαγμένων ειδών, ιδιόκτητη μονοκατοικία σε προάστιο των Αθηνών και αρκετό ελεύθερο χρόνο για να φροντίζει τον κήπο του.
Αλλά αν είναι έτσι, τότε γιατί έχει πάρει τους δρόμους σαν χαμένος και πού εξαφανίστηκε η γυναίκα του από το βράδυ; Για ποιο λόγο στρέφεται εναντίον του η υπηρεσία έρευνας και ποιοι είναι αυτοί που εξυφαίνουν ύπουλα σχέδια σε βάρος του;
Προσπαθεί να αντιληφθεί τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά έχει ένα βαθύ κενό μνήμης, όσο περίπου κι η περασμένη νύχτα. Ψάχνει για απαντήσεις ανάμεσα σε σκόρπιες αναμνήσεις και πιάνει το μίτο της αφήγησης εκεί από όπου τον έχασε στην αληθινή ζωή του.
Το ερώτημα είναι γιατί τον έχασε και αν, τελικά, θα μπορέσει να τον ξαναβρεί.
Β Ι Β Λ Ι Ο Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Η
Τα μεταλλαγμένα και οι μεταλλαγμένοι
Αχ, αυτές οι πρώτες σελίδες! Είναι το μεγάλο βάσανο του συγγραφέα, με συχνό αποτέλεσμα να γίνονται βάσανο και για τον αναγνώστη.Το άγχος και η ανασφάλεια της αρχής σπρώχνουν πολλούς συγγραφείς να λένε και να κάνουν περισσότερα απ΄ όσα μπορεί να σηκώσει ο οποιοσδήποτε αναγνώστης, να προσπαθούν να πείσουν αμέσως για το περίτεχνο του σχεδίου και την απαιτητικότητα της γραφής τους. Γι' αυτό αρκετοί έμπειροι μυθιστοριογράφοι αφήνουν την αρχή για το... τέλος της συγγραφής.Το Αστοχία υλικού,δεύτερο μυθιστόρημα και τέταρτο πεζογραφικό βιβλίο του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, είναι καλύτερο απ' ό,τι δείχνουν τα πρώτα κεφάλαια, ιδίως το εναρκτήριο. Ο σαραντάχρονος φιλόλογος από τα Γιαννιτσά, καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση, συσσώρευσε εκεί πολλές «λογοτεχνικούρες», που προκαλούν άσκοπη σύγχυση και μάλλον εκνευρίζουν τον αναγνώστη, για να προχωρήσει σιγά σιγά με αυξανόμενη σιγουριά και να μπει για τα καλά στο θέμα του γύρω στα μισά του μυθιστορήματος, ομολογουμένως με σημαντική καθυστέρηση. Αλλά το θέμα αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον και η ανάπτυξή του από τον συγγραφέα, όταν επιτέλους πάρει μπρος, γίνεται με διαρκώς εντεινόμενο ρυθμό.Ο Θάνος, ο ήρωας του μυθιστορήματος, φτάνει ένα πρωί στη δουλειά του έχοντας ένα μεγάλο κενό στη μνήμη του: δεν μπορεί να θυμηθεί καθόλου τι έκανε από το προηγούμενο βράδυ ώς τη στιγμή που βρέθηκε να βαδίζει, αντί να οδηγεί, προς το γραφείο του. Μαζί του κουβαλάει μια σακούλα κεράσια για τον προϊστάμενό του, κομμένα από τη γενετικά τροποποιημένη κερασιά του κήπου του. Ο Θάνος, ο οποίος έχει σπουδάσει φιλολογία, εργάζεται ως επιμελητής κειμένων σε μια πολυεθνική εταιρία που προωθεί στην αγορά μεταλλαγμένα προϊόντα. Η κερασιά του προέρχεται από τα φυτώρια της εταιρίας.Στη διάρκεια της μέρας ο Θάνος διακρίνει, ή του φαίνεται πως διακρίνει, σημάδια παράξενης συμπεριφοράς των συναδέλφων του απέναντί του και προπαντός απορεί ολοένα περισσότερο που δεν βλέπει τη γυναίκα του στο γραφείο της. Γιατί η γυναίκα του, η Ελπίδα, εργάζεται στην ίδια εταιρία ως μεταφράστρια. Αλλά επειδή η διεύθυνση, πλάι σε άλλους περιορισμούς, απαγορεύει τις πολύ στενές σχέσεις ανάμεσα στους υπαλλήλους, κρατούν τον γάμο τους κρυφό. Είναι παντρεμένοι εδώ και εννιά χρόνια, δεν μπορούν να κάνουν παιδί και στη σχέση τους γίνεται όλο και πιο ορατή μια δυσαρμονία, που τον τελευταίο καιρό αγγίζει τα όρια της ανοιχτής σύγκρουσης: η Ελπίδα αποδοκιμάζει τον καριερισμό του Θάνου και την ευθυγράμμισή του με την προπαγάνδα της εταιρίας για τα μεταλλαγμένα, αυτός την κατηγορεί για επιπολαιότητα, νωθρότητα και μεμψιμοιρία. Η κερασιά στον κήπο, με τα ωραία, αλλά πλαστικά, άγευστα κεράσια της, γίνεται σύμβολο μιας γενικής στειρότητας: της ατεκνίας του ζευγαριού, του μαρασμού του γάμου του, της κενοδοξίας του Θάνου, του γυαλιστερού, αλλά αποστειρωμένου, βαλσαμωμένου κόσμου της εταιρίας και των προγραμμάτων της. Απελπισμένη η Ελπίδα, ανοίγει δικό της μπλογκ στο Διαδίκτυο, για να εκφράζει εκεί τις μύχιες σκέψεις και τα συναισθήματά της.Από το σημείο αυτό το μυθιστόρημα απογειώνεται. Φτάνει στην πρώτη κορύφωσή του όταν ο Θάνος ανακτά τη μνήμη των πρόσφατων γεγονότων της ζωής του μέσα από το σοκ μιας τρομερής αποκάλυψης, που ο αναγνώστης μπορεί να την έχει μαντέψει στο μεταξύ, αλλά που, όπως θα δούμε λίγο αργότερα, στη δεύτερη και σημαντικότερη κορύφωση, δεν αφορά τελικά παρά μια παράπλευρη απώλεια στη λειτουργία ενός στυγνού μηχανισμού εξουσίας. Ο Θάνος θα υπηρετήσει πιστά αυτόν τον μηχανισμό ώς και πέρα από το τέλος του μυθιστορήματος, αφού ανταμειφθεί με την εκπλήρωση των φιλοδοξιών του και διάφορα συναφή προνόμια. Γιατί ο κεντρικός στόχος του Αστοχία υλικού δεν είναι τόσο τα μεταλλαγμένα (εδώ θα μπορούσε να πει κανείς ότι η κριτική που ασκεί ο συγγραφέας είναι κάπως ρηχή) όσο οι πολύπλοκες, εξαιρετικά διαφοροποιημένες, αλλά τέλεια συντονισμένες μέθοδοι ελέγχου και χειραγώγησης των ανθρώπινων υποκειμένων σ' ένα ιεραρχημένο σύνολο με τη δομή μιας σύγχρονης μεγάλης επιχείρησης, όπου η απόδοση και η επιτυχία μετριούνται μόνο με νούμερα και η ατομική ζωή, όχι μόνον η επαγγελματική αλλά και η ιδιωτική, οφείλει να εναρμονίζεται με το πνεύμα της εταιρίας. Ο Θάνος, σε αντίθεση με την Ελπίδα, προσαρμόζεται χωρίς αντιστάσεις σ΄ αυτό το σύστημα και μάλιστα η ψυχική προϊστορία του τού έχει δώσει τα εφόδια για να γίνει αποτελεσματικό όργανό του: η καταισχύνη για την αποτυχία του σ' ένα παιδικό παιχνίδι εντυπωσιασμού (το σκαρφάλωμα σ' ένα απότομο ύψωμα), οι ενοχές για τον θάνατο της πρώτης αρραβωνιαστικιάς του από δική του αμέλεια τον έχουν σημαδέψει και ο Θάνος έχει ξεπεράσει αυτά τα τραύματα από τη μια καλλιεργώντας μια επιλεκτική μνήμη (ή επιλεκτική αμνησία), από την άλλη με μια ψυχαναγκαστική προ σήλωση στη δουλειά και την επαγγελματική αναρρίχησή του. Πέρα από τις «αστοχίες υλικού» στην αρχή, για τις οποίες έκανα ήδη λόγο, το μυθιστόρημα του Χατζημωυσιάδη θα κέρδιζε πολλά, ακόμα και στο καλό δεύτερο μισό του, αν ο συγγραφέας είχε αποφύγει τις σποραδικές, ανούσιες φιλολογικές φλυαρίες (ένα χοντρό παράδειγμα είναι ολόκληρη η σελίδα 168) και αν είχε χειριστεί με πειστικότερο τρόπο την επαναφορά της πρόσφατης μνήμης του Θάνου. Αλλά η κύρια ένστασή μου αφορά την αφήγηση σε δεύτερο πρόσωπο: αφηγητής είναι ο Θάνος και απευθύνεται, τυπικά, στην απούσα Ελπίδα. Το δεύτερο πρόσωπο είναι προβληματική επιλογή στη σύγχρονη λογοτεχνία. Κατάγεται από το επιστολικό μυθιστόρημα, έχει όμως μετεξελιχτεί σε μια τεχνική της «εις εαυτόν» αφήγησης. Σ΄ αυτή τη μορφή, το δεύτερο πρόσωπο είναι ουσιαστικά το πρώτο, αλλά υποτίθεται ότι ο αφηγητής αποστασιοποιείται έτσι από τον εαυτό του, προκειμένου να μιλήσει για δεδομένα της εξωτερικής κι εσωτερικής ζωής του που τα νιώθει ή θα ήθελε να τα νιώθει σαν ξένα. Δύσκολα μπορούμε όμως να φανταστούμε έναν διχασμένο εαυτό που ωστόσο παραμένει αδιάσπαστος, αφού τα δύο μέρη συνομιλούν σε τόσο οικείο επίπεδο και σε τόσο ομαλή γλώσσα. Επιπρόσθετα, το δεύτερο πρόσωπο είναι εντελώς ακατάλληλο για την προώθηση της εξωτερικής δράσης ενός μυθιστορήματος και βεβαιώνεται κανείς γι΄ αυτό διαβάζοντας το βιβλίο του Χατζημωυσιάδη. Αν πάντως παρακάμψουμε όλα αυτά (που δεν είναι βέβαια ασήμαντα), ο Χατζημωυσιάδης κατορθώνει τελικά ν' αναδείξει το θέμα του. Η σταδιακή εξεικόνιση του χαρακτήρα του Θάνου και της σχέσης του με τον περίγυρό του είναι πολύ πετυχημένη. Και η μακρά συζήτησή του με τον προϊστάμενό του μάς προσφέρει τις πιο δυνατές, ίσως, σελίδες του μυθιστορήματος. Κατά ευτυχή συγκυρία, οι σελίδες αυτές είναι από τις τελευταίες, πράγμα που συμβάλλει όχι λίγο στο να κλείσει ο αναγνώστης το βιβλίο με θετική εντύπωση.
Δημοσθένης Κούρτοβικ, ΤΑ ΝΕΑ, 15.06.10
Μια εφιαλτική εικόνα της μικροαστικής
Μεγαλωμένος στην επαρχία, ταπεινής καταγωγής, άλλο μέλημα δεν φαίνεται να έχει, πάρεξ την επαγγελματική του εξέλιξη, την κοινωνική του καταξίωση και, πάνω απ’ όλα, την αναγνώριση των ικανοτήτων του από τους άλλους. Δύο γεγονότα που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση του ψυχισμού του και του χαρακτήρα του (η έκρηξη του Τσέρνομπιλ που συμβαίνει το 1986, αναταράζοντας την αμεριμνησία των παιδικών του χρόνων και, κυρίως, ο οφειλόμενος σε δική του αμέλεια θάνατος του νεανικού του έρωτα, της συγχωριανής του Μαρίας, η οποία σκοτώθηκε εξ αιτίας της πτώσης, σε χαράδρα, ενός δίκυκλου που αυτός οδηγούσε) δεν φαίνεται να τον προβλημάτισαν και να τον δίδαξαν στο απαιτούμενο και αναμενόμενο βάθος. Από το συμβάν του Τσέρνομπιλ στη μνήμη δεν αχνοφέγγει παρά η σωρευτική προμήθεια ειδών διατροφής, το κλειδαμπάρωμα της οικογένειας στο σπίτι, το ραδιενεργό σύννεφο και η τοξική βροχή, ενώ από τον θάνατο της Μαρίας οι μνήμες είναι σαφώς περισσότερες, εντονότερες, κάποτε τραυματικές και διεκδικητικές, διάσπαρτες σε πολλά σημεία του παρελθόντος και του παρόντος του∙ ο τρόπος, ωστόσο, με τον οποίο τις ανακαλεί, προδίδει και μια προσπάθεια να κρατηθεί σε απόσταση ασφαλείας από ό,τι θα μπορούσε να τον εμπλέξει συναισθηματικά, από ό,τι θα μπορούσε να τον καθηλώσει σε δυσάρεστες καταστάσεις, ανασταλτικές της αναρριχητικής κοι-νωνικής του πορείας.
Γνήσιο τέκνο της εποχής του και χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της γενιάς του∙ της χαμένης γενιάς της μεταπολίτευσης (της γενιάς που -κατά την παραδοχή της περισσότερο υποψιασμένης και κοινωνικά-ιδεολογικά προβληματισμένης, «εξαφανισμένης» γυναίκας του- αποδείχτηκε «πιο προδοτικής απ’ όλες. Που νόμισε αλλά δεν πίστεψε. Αντέδρασε αλλά δεν αγωνίστηκε»), απεχθάνεται τις ιδεολογικές συγχύσεις και περιπλοκές. Εγωκεντρικός, ανασφαλής, ματαιόδοξος, μισαλλόδοξος, πειθήνιος και υποτακτικός στους ανωτέρους του, λάτρης των τύπων και της τάξης, έχοντας συστηματικά απεμπολήσει τις όποιες υγιείς καταβολές του από το επαρχιακό περιβάλλον όπου μεγάλωσε, με μνήμη άκρως επιλεκτική, με αναπτυγμένο στο έπακρο έναν επιβιωτικό μηχανισμό εκλογίκευσης, εθελοτυφλώντας μπροστά σε ό,τι θα μπορούσε να διαταράξει την εφησυχασμένη συνείδησή του και να τον εκτροχιάσει από την ανοδική επαγγελματική του πορεία, εξιδανικεύει τα κακώς κείμενα. Έτσι, η μνήμη του Τσέρνομπιλ παρακάμπτεται και δεν στέκεται εμπόδιο στη φιλοδοξία του να αναρριχηθεί σε μια από τις υψηλότερες ιεραρχικά θέσεις της εταιρείας στην οποία εργάζεται∙ μιας από τις μεγαλύτερες εταιρείες της χώρας, με αντικείμενο τη γενετική μηχανική και, πιο συγκεκριμένα, την εκμετάλλευση των βιογενετικών εξελίξεων και την παραγωγή γενετικά τροποποιημένων τροφίμων (χαρακτηριστικό δείγμα η δημιουργία ενός είδους κερασιάς, που τα κεράσια της είναι εντυπωσιακά στην όψη, πλην όμως είναι άνοστα και, το σημαντικότερο, δεν έχουν κουκούτσια∙ είναι στέρφα, προϊόντα καταληκτικά μιας ασυλλόγιστης μεταλλακτικής διαδικασίας και συμβολικά της δίχως βιολογικό-ηθικό έρμα ζωής των εγκλωβισμένων στα γρανάζια αυτής της διαδικασίας προσώπων).
Αλλά η «μεταλλακτική» δραστηριότητα της εταιρείας δεν περιορίζεται στα προϊόντα που παράγει και εκμεταλλεύεται∙ δεν περιορίζεται στο γενετικό υλικό των φυτικών και ζωικών ειδών, θέτοντας σε κίνδυνο την οικολογική ισορροπία. Επεκτείνεται παρεμβατικά και στις ζωές και, κατά κύριο λόγο, στις ψυχές και στις συνειδήσεις των υπαλλήλων της, προκειμένου να τους έχει πειθήνια όργανα στην απρόσκοπτη ευόδωση των, αμετακίνητα, κερδοσκοπικών στόχων της, διατηρώντας κι αυτούς μεταλλαγμένους, «ως εξελιγμένο είδος μιας ψυχικής, ηθικής και πνευματικής διαφοροποίησης». Ώστε, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όχι απλώς να υποτάσσονται αδιαμαρτύρητα στις άκαμπτες κανονιστικές διατάξεις της εργοδοσίας, αλλά και, εκλογικεύοντας τις όποιες αδυναμίες και ανεπάρ-κειές τους, την ηθική τους μειονεξία και τη θρασυδειλία τους, να θεωρούν εαυτούς υποδείγματα επαγγελματικής ευσυνειδησίας και στυλοβάτες της κοινωνικής ευταξίας και να εκλαμβάνουν ως αδυναμία και ανικανότητα την αντίσταση που κάποιοι -ο καθένας στο μέτρο των αναγκών του και των δυνατοτήτων του- τόλμησαν να προβάλουν στους ισοπεδωτικούς μηχανισμούς του κεφαλαίου.
Στην κατηγορία των «υποταγμένων» εντάσσεται και ο «απολογούμενος» στην εξαφανισμένη σύζυγό του και στον εαυτό του ήρωας, ο οποίος δεν θέλει να παραδεχτεί ότι η επαγγελματική -και, κατ’ επέκταση, η κοινωνική- του αναρρίχηση οφείλεται στην, εκ μέρους του, σταδιακή απεμπόληση βασικών ηθικών αρχών και δεδομένων απαραίτητων για την ενεργοποίηση του μηχανισμού της αυτογνωσίας. Ακόμα και τώρα, που, κάτω από την επήρεια ηρεμιστικών φαρμάκων, με χαμένη την αίσθηση του χρόνου (η μία εβδομάδα που, στην πραγματικότητα, έχει διανυθεί από το χρονικό σημείο της «εξαφάνισης» της γυναίκας του -που αποτέλεσε, σε συνδυασμό με την επιβραβευτική της υποτέλειάς του προαγωγή του- το έναυσμα αυτής του της «απο-λογιστικής» απολογίας, γι’ αυτόν έχει συρρικνωθεί σε μία νύχτα) γράφει με πρόθεση να καταθέσει την αλήθεια της ζωής του, να ρίξει φως στις σημαντικότερες περιόδους της, δεν είναι απελευθερωμένος από την τάση, που έχει γίνει δεύτερη φύση του: να αισθάνεται δικαιωμένος στα μάτια των άλλων και, ιδίως, των πάνω απ’ αυτόν ιστάμενων στο στενότερο επαγγελματικό και στο ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον. Ό,τι, πρωτίστως, ακόμα και τώρα, φαίνεται ότι τον ενδιαφέρει, είναι η αναρρίχησή του στα ανώτερα ιεραρχικά στρώματα της εταιρείας και το κράτημα μιας απόστασης ασφαλείας από γεγονότα και καταστάσεις που θα μπορούσαν να αφυπνίσουν τη συνείδησή του και να μετριάσουν τη χαρά του για τη μόλις πριν από λίγο τοποθέτησή του στη θέση του διευθυντή του τμήματος της εταιρείας στην οποία εργάζεται. Από μνήμες που θα μπορούσαν να αμαυρώσουν τη στιγμή του προσωπικού του θριάμβου, του βασισμένου στην ψευδαίσθηση ότι, επιτέλους, ανταμείφθηκε για την ψοφοδεή στάση και υποταγή του στη βούληση και στις επιταγές των ισχυρών, περνώντας από την κατηγορία των αδύναμων και δίχως δικό τους πρόσωπο ανθρώπων στην κατηγορία αυτών που περιβάλλονται από την ισχύ ενός ατομικού «εγώ»∙ από την κατηγορία των κατά σύμβαση αρσενικών, στην κατηγορία των πραγματικών ανδρών.
Ακόμα και τώρα, τη στιγμή της κορύφωσης της πραγ-ματικής ή, έστω, νομιζόμενης υπαρξιακής του κρίσης, που, κανονικά, θα έπρεπε όλα να τίθενται εν αμφιβόλω, ο συντάκτης του απολογητικού υπομνήματος -και ήρωας του περί ου ο λόγος μυθιστορήματος- υπεκφεύγει∙ αρνείται να αντιμετωπίσει την αλήθεια κατά πρόσωπο, εξωραΐζοντας και εξιδανικεύοντας γεγονότα, ρόλους και καταστάσεις. Στον περιορισμό της θέας του προς την αλήθεια, τον βοηθούν και τα ηρεμιστικά φάρμακα που του χορηγήθηκαν για να αντιμετωπίσει κάτι που δεν είναι σε θέση να θυμηθεί και να αξιολογήσει, οπότε ανακαλεί και ανασκευάζει περιστατικά της ζωής του με ανεσταλμένες τις νοητικές του δυνατότητες, με την κρίση και τη βούλησή του «σε κατάσταση ελεγχόμενης και μηχανικής υπολειτουργίας», κρατώντας πάντα τις απαραίτητες αποστάσεις ασφαλείας από την εξωτερική και την εσωτερική πραγματικότητα. Αυτήν ακριβώς την ψυχική και πνευματική μετάλλαξη ενός ανθρώπου που επιλέγει τον δρόμο της δικαίωσης στα μάτια των άλλων από τον επίφοβο, επίβουλο και κακοτράχαλο δρόμο της δικαίωσης στα δικά του μάτια, ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης την καταγράφει, τη σκηνογραφεί και τη σκηνοθετεί, κινούμενος με χαρακτηριστική άνεση ανάμεσα στην ψυχογραφία και την ηθογραφία, τον ρεαλισμό και την αλληγορία. Η συχνά παρατηρούμενη υπέρβαση κάποιων περιγραφικών ορίων, οι πλατειασμοί, οι κάποτε περιττές επαναλήψεις, εν τη ρύμη της μνήμης, σκηνών του παρελθόντος, οι, σαν από υπερβάλλοντα ζήλο, εμμονές του να πολιορκήσει από παντού το, εν τέλει, αυτονόητο, μπορεί να μειώνουν, σε καμία περίπτωση, ωστόσο, δεν αναιρούν το απο-τέλεσμα του εγχειρήματός του. Το κυριότερο, ακόμα κι όταν περισπούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη, δεν παύουν να τον κρατούν σε αναγνωστική εγρήγορση.
Πριν από σαράντα χρόνια, Ιούλιο 1970, είχαν εκδοθεί τα «Δεκαοχτώ κείμενα». Ο Μανόλης Αναγνωστάκης συμμετείχε με την ενότητα «Ο Στόχος», που αποτελείται από 16 ποιήματα. Οπως γράφει ο Αλέξανδρος Αργυρίου, δύο από αυτά και το «Ημερολόγιο της Δικτατορίας», που είχε δώσει ο Νίκος Κάσδαγλης, εκτιμήθηκε από τον νομικό σύμβουλο της ομάδας, τον Αναστάσιο Πεπονή, ότι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κατάσχεση της έκδοσης και αφαιρέθηκαν. Το ποίημα του Αναγνωστάκη «Μέρες του 1969 μ.Χ.» είναι το τέταρτο στη σειρά από τα 14 τελικώς δημοσιευθέντα σε εκείνη την έκδοση. Μας το θυμίζει ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης στο καινούριο βιβλίο του, όπου συντάσσει ένα ποίημα στο πρότυπό του, υπό τον τίτλο «Μέρες του 2008 μ.Χ». Το ποίημα του Αναγνωστάκη στοχεύει την Ελλάδα των συναλλαγών, των τουριστικών γραφείων και των πρακτορείων μετανάστευσης. Του Χατζημωυσιάδη υπερβαίνει την Ελλάδα, που είναι, σήμερα πλέον, χώρα θυγατρικών εταιρειών μιας παγκοσμιοποιημένης επικράτειας, και κατευθύνει τα πυρά του στα γραφεία ενοικιάσεως εργαζομένων, στα ενυπόθηκα δάνεια, στις κλιματικές αλλαγές και στα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα. Στο ποίημα του Αναγνωστάκη απειλούνται οι ανθρώπινες σχέσεις, στο καινούριο, ο ίδιος ο άνθρωπος ως είδος. Στο πρώτο, μένει ακόμη στους ανθρώπους η ελπίδα να γνωρίσουν καλύτερες μέρες «τα παιδιά των παιδιών τους ή τα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους». Στο δεύτερο, ο στίχος συμπληρώνεται: «αν βέβαια συνεχίσουν να γεννιούνται παιδιά».
Ο Χατζημωυσιάδης γεννήθηκε τη χρονιά που εκδόθηκαν τα «Δεκαοκτώ κείμενα», και εξέδωσε το πρώτο βιβλίο του άνοιξη 2005. Τα τέσσερα βιβλία του, που κυκλοφόρησαν εντός της πενταετίας, μια συλλογή διηγημάτων, μια νουβέλα και δύο μυθιστορήματα, συστήνουν έναν κοινωνικά ευαισθητοποιημένο συγγραφέα. Στο πρόσφατο, δεύτερο μυθιστόρημά του, πρωταγωνιστεί ένα ζευγάρι συνομηλίκων του. Η ηρωίδα εμφανίζεται σαν alter ego του συγγραφέα. Εχει αδυναμία στους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς και διατηρεί ιστολόγιο, που τιτλοφορεί «Ιχνηλασίες», όπως κι εκείνος. Η τελευταία ανάρτηση στο ιστολόγιό της είναι το προαναφερθέν ποίημα του Αναγνωστάκη. Μια προηγούμενη έχει ημερομηνία 16 Νοεμβρίου 2007 και γράφει για τη δική της γενιά και το Πολυτεχνείο: «Της μεταπολίτευσης τη χαμένη γενιά. Την πιο χαμένη απ' όλες. Την πιο λίγη απ' όλες. Την πιο προδοτική απ' όλες. Πού νόμισε, αλλά δεν πίστεψε. Που αντέδρασε, αλλά δεν αγωνίστηκε. Που γιόρτασε, αλλά δεν τίμησε. Οχι, εγώ αύριο δεν γιορτάζω το Πολυτεχνείο. Εγώ αύριο ξανασκυλεύω το Πολυτεχνείο. Εγώ κι όλοι οι όμοιοί μου». Εν ολίγοις, στο στόχαστρο μπαίνει η γενιά της. Κυρίως, όμως, ο σύζυγός της, η στάση και τα έργα του.
Με το καινούριο βιβλίο του, ο Χατζημωυσιάδης κερδίζει το αναγνωστικό ενδιαφέρον χάρη στο θέμα που επιλέγει αλλά και τη μορφή που υιοθετεί. Εχοντας καλύψει στα προηγούμενα βιβλία του, σε μια πρώτη προσέγγιση, τα λίγο-πολύ πεπατημένα εδάφη, όπως οι μετανάστες και η επιτελούμενη καταστροφή του περιβάλλοντος, προχωρεί σε μια σχετικά ανέγγιχτη περιοχή. Επιλέγει το θέμα των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων, τα οποία, παρότι συνιστούν κυρίαρχη απειλή, δεν έχουν απασχολήσει την εγχώρια πεζογραφία. Οσο, όμως, ερεθιστικό κι αν είναι ένα θέμα, εκείνο που καθορίζει την αναγνωστική του εμβέλεια, κυρίως το λογοτεχνικό του αποτύπωμα, είναι ο αφηγηματικός τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται. Πιστεύουμε ότι στο προηγούμενο μυθιστόρημά του, «Το παραμύθι του ύπνου», ο εγκιβωτισμός της ιστορίας σ' ένα πλαίσιο του τύπου «Χίλιες και μία νύχτες», με τον πατέρα σαν άλλη Χαλιμά να λέει παραμύθια στην κόρη του για να αποκοιμηθεί, απονευρώνει την αφήγηση. Σε αντίθεση με το πρόσφατο, όπου η αφήγηση καλλιεργεί το σασπένς.
Ο ήρωας του μυθιστορήματος συνειδητοποιεί ότι έχει προσωρινή απώλεια μνήμης. Ακριβώς όπως συμβαίνει στο πρόσφατο μυθιστόρημα του Γιάννη Μακριδάκη, «Ηλιος με δόντια». Σε μια προσπάθεια να θυμηθεί, αρχίζει να αφηγείται. Του Μακριδάκη ο ήρωας μονολογεί, απευθυνόμενος στο είδωλό του στον καθρέφτη. Του Χατζημωυσιάδη, γράφει στον υπολογιστή, κάτι σαν «απολογητικό υπόμνημα», όπως είναι ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου. Το απευθύνει στη σύζυγό του, που απουσιάζει γι' αυτόν ανεξήγητα. Ο πρώτος πιστεύει ότι διά της επαναλήψεως θα συμπληρωθεί η «μαύρη τρύπα στο κεφάλι του», ενώ ο δεύτερος καταπολεμά τη συσκότιση της μνήμης του με γλωσσικούς συνειρμούς. Κι αυτό, λόγω επαγγελματικής διαστροφής, δεδομένου ότι πρόκειται για έναν επιμελητή κειμένων. Δηλαδή, έναν άνθρωπο που φροντίζει να τηρούνται οι κανόνες της γλώσσας. Είναι «ένας χωροφύλακας της γλώσσας», όπως τον αποκαλεί υποτιμητικά η σύζυγός του, ο οποίος, με το πρόσχημα ότι τιθασσεύει τις λέξεις, επιδιώκει να χειραγωγήσει τις ιδέες των συγγραφέων. Κατ' επέκταση, όμως, και ένας άνθρωπος συνηθισμένος να πειθαρχεί σε κανόνες και κανονισμούς. Η διαφορά από το μυθιστόρημα του Μακριδάκη είναι ότι σε εκείνο η ανατροπή έρχεται από το παρελθόν, ενώ, εδώ, από το παρόν και συγκεκριμένα, από τον περιβάλλοντα χώρο, στον οποίο εργάζεται το ζεύγος. Πρόκειται για μια εταιρεία γενετικών ερευνών, όπου ισχύει ένα απολυταρχικό σύστημα κανόνων, που παραπέμπει στο μυθιστόρημα του Τζορτζ Οργουελ «1984». Ολοι οι υπάλληλοι βρίσκονται υπό συνεχή παρακολούθηση, δέσμιοι ενός «εσωτερικού κανονισμού», που επεκτείνεται και εκτός εταιρείας, ρυθμίζοντας και τον ιδιωτικό τους βίο. Εκτός από τους πληροφοριοδότες του προϊσταμένου, υπάρχει μια σκιώδης «υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου», που στοιχειώνει τον ύπνο του αφηγητή.
Ο ήρωας, όπως και ο αφηγητής παραμυθιών στο προηγούμενο μυθιστόρημα του Χατζημωυσιάδη, φαίνεται πλασμένος στο πρότυπο ενός μέσου Ελληνα, καθώς επιδεικνύει κάποια χαρακτηριστικά ελαττώματα και συμπεριφορές. Εμφανίζεται ατομικιστής, επαίρεται ότι γνωρίζει να επωφελείται ακόμη και από τα τραγικά περιστατικά που του έχουν συμβεί, όπως ο θάνατος της πρώτης του αγαπημένης με δική του υπαιτιότητα. Κύριο, όμως, μέλημά του είναι η επαγγελματική του ανέλιξη, πατώντας, στην κυριολεξία, επί πτωμάτων. Στο καθεστώς τρομοκρατίας, που αντιπροσωπεύει η Εταιρεία, ένας ευθυνόφοβος και πειθήνιος όπως αυτός, δείχνει ο ιδανικός για τη θέση του διευθυντή, καθώς υπερβάλλει σε ζήλο και πανουργία. Η απειλή που συνιστούν τα μεταλλαγμένα προϊόντα, δηλώνεται έμμεσα. Από τη μια, η Εταιρεία διαφημίζει τη «γεωργική επανάσταση», που θα σώσει την ανθρωπότητα από «το τροφικό τσουνάμι» και από την άλλη, στον κήπο του ήρωα θάλλει μια γενετικώς τροποποιημένη κερασιά, που βγάζει άγευστο καρπό. Ο αφηγητής, ξεκινώντας από τη μελοδραματική ανιστόρηση συμβάντων της εφηβείας του, αποκαλύπτει την τερατόμορφη πλευρά του εαυτού του, αποκρουστική όσο και συνηθισμένη. Μένει η ανατροπή του τέλους, που αιφνιδιάζει. Οχι με όσα αποκαλύπτει ότι είχαν συμβεί, τα οποία, από ένα σημείο της αφήγησης και ύστερα, διαφαίνονταν. Αλλά με το γεγονός ότι ο ήρωας βρίσκει την ευτυχία διαγράφοντας το παρελθόν. Καταλήγει, δηλαδή, στο «βασίλειο της λήθης». Η τελευταία του φράση: «... εγώ συνεχίζω να υπάρχω και θα συνεχίσω για πάντα να υπάρχω, ενώ εσείς... έχετε πάψει να υπάρχετε...», μοιάζει με εφιαλτική προφητεία του νέου τύπου ανθρώπου που εκπροσωπεί. Φτάνει, μάλιστα, να πιστεύει ότι στο τέλος θα επικρατήσει έναντι του προηγούμενου, που διατηρούσε, έστω και στοιχειωδώς, κάποια ανθρωπιστικά στοιχεία.
| ||
|
Στράτευση στον Κυνισμό
Η οικονομική κρίση που παρήγαγε ήδη ανεξάντλητες δαπανηρές σελίδες αναλύσεων και ατέλειωτα terabytes ψηφιακής γραφής τι είδους λογοτεχνία άραγε θα γεννήσει στην Ελλάδα; Θα ανανεώσει μια οικεία, ιδίως στη Θεσσαλονίκη, παράδοση εσωστρέφειας και αναστοχασμού ή θα επαναφέρει (σε πρωτόγνωρη, ωστόσο, βάση) την πολιτική γραφή και το αίτημα της λογοτεχνικής στράτευσης;
Τα αντανακλαστικά του λογοτεχνικού δυναμικού μας είναι βεβαίως μαθημένα στην προσεκτική αναμονή (ας πούμε: ο πολυθρύλητος Δεκέμβρης του 2008 προς το παρόν απέφερε ένα μόνο μυθιστόρημα, τον «Ανίσχυρο Άγγελο» (εκδ. Πατάκη) από τον Μάνο Κοντολέων). Ωστόσο εδώ η κατάσταση επιτρέπει ακρότητες και διακινδυνεύσεις, καθώς το ερέθισμα έχει χαρακτηριστικά ασφαλούς καθολικότητας που εκ πρώτης όψεως λυτρώνουν από την αμηχανία του «με ποιους να πας» - από ποιον δρόμο είναι άλλο ερώτημα;
Είτε με τάση εσωστρεφή είτε με τη δίκοπη δυναμική της στράτευσης, αν η μυθιστοριογραφική αντίδραση στη νέα τάξη πραγμάτων που βάζει μονομιάς στην άκρη δεκάδες ερωτήματα τα οποία φάνταζαν εξαιρετικά επίκαιρα για την ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια, υιοθετήσει την αριστερή ρητορεία των προδομένων οραμάτων, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα ανταποκριθεί στις προσδοκίες ενός κοινού που δυνητικά ανανεώνει τη δεξαμενή των αναγνωστών σε περιόδους κρίσης. Ο κυνισμός, αντιθέτως, συστατικό χαρακτηριστικό της συζήτησης για spread, δανεισμούς και «νευρικών αγορών», που λες και γίνονται ερήμην προσώπων, είναι μάλλον πολύ γονιμότερο πεδίο για να αναπτυχθούν ουσιώδεις λογοτεχνικές προτάσεις.
Το μυθιστόρημα «Αστοχία Υλικού» (εκδ. Μεταίχμιο) του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη δεν είναι βεβαίως γέννημα της κρίσης, ωστόσο περιέχει σε αρχετυπική μορφή το παραπάνω δίλημμα και γέννησε απροσδόκητα αυτήν την παραναγνωστική προσέγγιση. Ο ήρωας, επιμελητής κειμένων σε πολυεθνική εταιρεία παραγωγής μεταλλαγμένων προϊόντων, τηρεί με ευλάβεια το πρωτόκολλο της επιχείρησης, που απαιτεί πειθαρχία λάγκερ. Ερωτεύεται ωστόσο και παντρεύεται κρυφά συνάδελφό του, μεταφράστρια. Το βάρος της επιχειρηματικής πολιτικής που ευαγγελίζεται τη χορτάτη ανθρωπότητα του μέλλοντος συνθλίβει και τους δύο με διαφορετικό, όμως, τρόπο και άλλες συνέπειες: η σύζυγος δοκιμάζεται από την ενοχική αριστερή συνείδησή της και οδηγείται στην αυτοκτονία, ο σύζυγος στρατεύεται στον κυνισμό του μεταλλαγμένου μεσσιανισμού και ανέρχεται στην ιεραρχία που επί χρόνια τον δυνάστευε
Η πρώτη αναγνωστική αντίδραση ήταν ερεθισμένη από αυτά που φάνηκαν αμήχανα κλισέ, η δεύτερη εισέπραξε ένα κρυμμένο νεύμα καλωσορίσματος σε μια πειστική δυστοπία, με την οποία ελπίζω να αναμετρηθεί σύντομα η νεοελληνική λογοτεχνική παραγωγή.
Γιάννης Κοτσιφός, Παράλλαξη, τεύχος Μαΐου
Στα μισά του δρόμου
Μια εταιρεία που σκορπάει τον τρόμο παρακολουθώντας τη ζωή των στελεχών της, σ' ένα μυθιστόρημα το οποίο μένει κατά ανεξήγητο τρόπο στα μισά του δρόμου. Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης «Αστοχία υλικού».
Περίπλοκες και συχνά ακατανόητες ίντριγκες, παρατεταμένες συναλλαγές κάτω από το τραπέζι, καθ' ολοκληρίαν έλλειψη εμπιστοσύνης, πρόσωπα πρόθυμα να κάνουν τα πάντα και χωρίς τον παραμικρό ηθικό περιορισμό: αυτό είναι το κλίμα το οποίο φιλοτεχνεί ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης (γεννημένος το 1970 στα Γιαννιτσά), στην «Αστοχία υλικού», το δεύτερο κατά σειρά μυθιστόρημά του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» (προηγήθηκε το «Παραμύθι του ύπνου», 2008, ενώ το έργο του συμπληρώνουν μια συλλογή διηγημάτων και μια νουβέλα).
Πρωταγωνιστής στην «Αστοχία υλικού» είναι ο καλοζωισμένος υπάλληλος μιας εταιρείας γενετικά τροποποιημένων τροφίμων. Με ικανοποιητική αμοιβή, ιδιόκτητη μονοκατοικία και εξασφαλισμένη θέση, ο ήρωας του Χατζημωυσιάδη είναι έτοιμος για έναν ανέφελο και ανθόσπαρτο βίο, ο οποίος, ωστόσο, δεν θα του δοθεί ποτέ γιατί φοβάται συνεχώς και παντού τα πάντα: φοβάται τα κείμενα τα οποία διορθώνει στην εταιρεία, φοβάται τον εσωτερικό κανονισμό της επιχείρησης, που ρυθμίζει την προσωπική ζωή των εργαζομένων, φοβάται τον προϊστάμενό του, που αυθαιρετεί κατά τον πλέον αδίστακτο τρόπο, φοβάται τον ανήσυχο χαρακτήρα της γυναίκας του, που μπορεί να αποδειχτεί επικίνδυνος για το επαγγελματικό του μέλλον, φοβάται τα παιδικά του χρόνια, που έχουν σφραγιστεί από έναν αδόκητο θάνατο, φοβάται την παρούσα πραγματικότητα, την οποία αρνείται να παραδεχτεί, ανατρέποντας με έναν σχεδόν ψυχωτικό τρόπο τα λογικά της δεδομένα.
Τοποθετώντας τη δράση του σ' ένα καθαρώς καφκικό τοπίο, που περισφίγγει τον ψυχισμό και τη συνείδηση του πρωταγωνιστή του τόσο ως εξωτερικό περιβάλλον (ο χώρος της εταιρείας ροκανίζει καθημερινά την ύπαρξή του) όσο και ως εσωτερική εικονογραφία (η οδυνηρή αίσθηση μιας αιώνιας ατομικής φυλακής), ο Χατζημωυσιάδης θέλει να γράψει ένα μυθιστόρημα για την κοινωνία των διευθυντών και το ανελέητο παιχνίδι της εξουσίας το οποίο στήνεται γύρω από την υπόσχεση της καριέρας και της ευζωίας.
Η «Αστοχία υλικού» βασίζεται σε μιαν ιδέα από την οποία θα μπορούσε να προκύψουν θαύματα, αντί τούτου, όμως, ο συγγραφέας παγιδεύεται σε μιαν αργή και ακατανόητα ανεξέλικτη δράση, που εξαντλεί πολύ γρήγορα την όποια αρχική δυναμική της, είτε ξεπέφτοντας σε διάφορες μηχανικές καταστάσεις είτε φορτώνοντας τους ήρωες με μιαν ενοχλητικά προβλέψιμη συμπεριφορά. Το καλύτερο στοιχείο του βιβλίου είναι η αδήλωτη επί μεγάλο διάστημα παράνοια του πρωτοπρόσωπου αφηγητή - κι αυτή, ωστόσο, μένει χωρίς περαιτέρω αξιοποίηση μετά την αποκάλυψή της. Ενα μυθιστόρημα που μοιάζει εγκαταλελειμμένο στα μισά του δρόμου.
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 30.05.20


